Στο Husaberg-Gas Gas Festival που διοργάνωσε η Extra Products στην λίμνη Δασίου, είχαμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε τέσσερις μοτοσικλέτες σε ένα πανέμορφο τοπίο, ιδανικό για enduro και γενικότερα για χωμάτινες δραστηριότητες.

Στην εκδήλωση συμμετείχαν κάτοχοι μοτοσικλετών της εταιρίας αλλά και άλλων κατασκευαστών που μάλιστα ήταν περισσότεροι. Σε όλους δόθηκε η ευκαιρία να οδηγήσουν τα μοντέλα των Husaberg και Gas Gas στον φυσικό τους χώρο, και παράλληλα να περάσουν ένα εντουράδικο Σαββατοκύριακο, με ατελείωτες βόλτες, κοψίδια, μπύρες και δυνατή μουσική.

Στην διάθεση όλων τέθηκαν τρεις μοτοσικλέτες της Husaberg τα FE 450, FE 501 και FE 550 και μία της Gas Gas το EC 300. Οι τέσσερις μοτοσικλέτες έγραψαν ατελείωτα χιλιόμετρα στην πίστα αλλά και στα μονοπάτια μέσα στο βουνό, που είχαν διαμορφωθεί ειδικά για την περίσταση. Κάπου ενδιάμεσα καταφέραμε και εμείς να τα κλέψουμε για λίγο και να χαθούμε μέσα στο βουνό και την πίστα καταγράφοντας την συμπεριφορά και τις ικανότητες των πραγματικά μοναδικών μοτοσικλετών.

Οδηγώντας τα Husaberg.
Το πρώτο που κατάφερα να αρπάξω από τα χέρια επίδοξων δοκιμαστών ήταν το FE 450. Ήταν νωρίς το πρωί και για να λέω την αλήθεια ήμουν από τους πρώτους που το οδήγησαν. Αφού τελείωσα με τις υπεύθυνες δηλώσεις και ποιος θα πάρει ποια μοτοσικλέτα, επιτέλους το είχα κάτω από τα πόδια μου, ηρέμισα και πάτησα την μίζα. Το μοτέρ πήρε με την μία έχοντας άνετο ρελαντί και μιας που ήταν ζεστό έβαλα πρώτη και ξεκίνησα μια δοκιμή στο βουνό. Η μοτοσικλέτα έχει την τάση να διατηρεί την φόρα της, με το μοτέρ, τις αναρτήσεις και το πλαίσιο να συντελούν σε αυτό. Θα περάσει από δύσκολα σημεία με κορμούς και ρίζες πολύ ποιο εύκολα από ότι φαντάζεσαι, αλλά θα δείξει μια μικρή αδυναμία στην φυτευτή συνεχόμενη πέτρα. Ίσως τα moose που φορούσαν όλα τα μοντέλα να δημιουργούσαν αυτό το πρόβλημα, η μπροστινή ζάντα πάντως, πέρασε δύσκολες ώρες σε εκείνο το κομμάτι.

Επιστρέφοντας στον χώρο του φεστιβάλ σειρά είχε η πίστα ή ειδική διαδρομή αν προτιμάτε. Με διαβολικό χαμόγελο και κόκκινα κέρατα να εξέχουν από το κράνος, όρμηξα στην γλιστερή γεμάτη σκόνη πίστα. Το Husaberg όμως δεν ήθελε τέτοια και μου το έδειχνε σε κάθε βίαιη κίνηση που πραγματοποιούσα. Όσο ομαλοποιούσα την οδήγηση μου τόσο ποιο γρήγορα κινούμασταν μέσα στην πίστα. Αποκάλυψη ήταν το μοναδικό στρίψιμο του σε ότι στροφή θέλεις, αλλά ειδικά στις στροφές με πούδρα, το μπροστινό δεν έκανε κιχ. Πολύ ομαλό ήταν και στις εξόδους όπου και εδώ η μοτοσικλέτα ήθελε να διατηρήσεις την φόρα σου και αποφύγεις τις υπερστροφίες στον κινητήρα, δουλεύοντας μία ταχύτητα πάνω.

Μετά σειρά είχε το FE 550 που παρά τα πολλά κυβικά του δεν σε τρόμαζε με το γκάζι του. Στην συμπεριφορά ήταν ακριβώς ίδιο με το 450, μόνο που αυτό είχε περισσότερο την ανάγκη να διατηρείς την φόρα σου στο βουνό. Ένας δισταγμός ή ένας λάθος χειρισμός σε ενδεχόμενο δύσκολο πέρασμα, η περίσσια ροπή κινητήρα σου χαρίζει δύσκολες ώρες στο βουνό. Στην πίστα το FE 550 μάζευε χιλιόμετρα χάριν φυσικά των περίσσιων κυβικών του και όπως είναι λογικό απαιτούσε περισσότερα φρένα στην είσοδο των στροφών. Αυτές ήταν και οι μόνες διαφορές του σε σχέση με το FE 450.

Πολύ μικρές διαφορές είχε και το FE 501 με τα υπόλοιπα που όσο και αν ακούγεται κάπως υπερβολικό, τα κυβικά του ήταν όλα τα λεφτά. Είχε ακριβώς το γκάζι που σου έλειπε από το FE 450 και ακριβώς το γκάζι που ενδεχομένως δεν θα ήθελες από το FE 550 στο βουνό αλλά και στην πίστα. Το FE 501 που οδηγήσαμε ήταν μια ειδική έκδοση, με μαύρα αυτοκόλλητα, ελαφρώς ψηλότερο αφρώδες σέλλας, ακριβότερες τιμονόπλακες και διαφορετικό στήσιμο στις αναρτήσεις, αλλαγές που το έκαναν περισσότερο ευέλικτο στο βουνό και λίγο πιο σαφές στην πίστα.
Τελειώνοντας με τα Husaberg τους έριξα μια τελευταία εξωτερική ματιά και τότε θυμήθηκα ότι η ανάρτηση πίσω είναι PDS όπως ακριβώς είναι και στα ΚΤΜ. Κατά περίεργο τρόπο, τα προβλήματα λόγω έλλειψης μοχλικού που εμφανίζονται στα ΚΤΜ, στα Husaberg απλά δεν υπάρχουν δίνοντας την εντύπωση ότι δεν φοράνε PDS. Μυστήριο!

Οδηγώντας το Gas Gas
Από την πρώτη στιγμή που καβαλάς ένα Gas Gas καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ξεχωριστή μοτοσικλέτα. Η διαφορετική θέση οδήγησης και γεωμετρία τους από τον ανταγωνισμό, σε ξενίζει καθώς το πίσω μέρος έχεις την αίσθηση ότι είναι αρκετά ανασηκωμένο και αντίθετα το μπροστινό να είναι βυθισμένο. Η φήμες για το EC 300 μιλούσαν για το καλύτερο τρακοσάρι της αγοράς και όχι άδικα. Μόλις εξοικειωθείς με την θέση οδήγησης, θα αντιληφθείς την ικανότητα του στο βουνό να κινείται άνετα καταπίνοντας τις οποιεσδήποτε ανωμαλίες και εμπόδια. Παρά τα πολλά δίχρονα κυβικά του, η δύναμη είναι τόσο καλά μοιρασμένη που νομίζεις ότι οδηγείς ένα διακοσοπενηντάρι.

Η ροπή του όμως θα σε κάνει να αναθεωρήσεις, καθώς υπάρχει άφθονη σε όλο το φάσμα των στροφών δίνοντας στην μοτοσικλέτα απίστευτη αναρριχητική ικανότητα στο βουνό, και σε προδιαθέτει να ανοίγεις το γκάζι νωρίτερα στις στροφές μέσα στην πίστα, εφόσον δεν υπάρχουν ξεσπάσματα. Το μικρό του βάρος η ομαλή του λειτουργία σε συνδυασμό με την ροπή του, κάνουν το EC 300 μια άκρως διασκεδαστική enduro μοτοσικλέτα.

Η καλοκαιρινή ζέστη άρχιζε να δυσκολεύει τις βόλτες στο βουνό και η πολύ σκόνη στην πίστα από τους δεκάδες συμμετέχοντες της εκδήλωσης, έκανε επικίνδυνη την οδήγηση σε γρήγορους ρυθμούς. Ήταν η ώρα να επιστρέψουμε τις μοτοσικλέτες και να ευχαριστήσουμε τους διοργανωτές για την ωραία εμπειρία που μας προσέφεραν.

Συντάκτης Άρθρου : Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος