Ταξιδιωτικό Moto στην Τουρκία (Πόντος – Καππαδοκία), Μάιος 2011
4.018 χλμ σε 9 μέρες

Διαβάστε εδώ το 1ο μέρος και το 3ο μέρος.

Μέρος 2ο: Πόντος, Καππαδοκία

4η Μέρα: Περιήγηση στην Τραπεζούντα, επίσκεψη στην Παναγία Σουμελά. Ξημερώνει και ξυπνάμε για πρωινό. Κοιτάμε από το παράθυρο και διαπιστώνουμε ότι είμαστε σε έναν οδικό κόμβο κάπου στο κέντρο της Τραπεζούντας. Εκεί, κάτω από έναν ανισόπεδο κόμβο, κάνουν στάση δεκάδες dolmus, αυτά τα μικρά λεωφορεία που χρησιμοποιούν πολύ και στις αραβικές χώρες. Θυμάμαι ότι έκατσα πολύ ώρα το πρωί να κοιτάω τους ανθρώπους που κατέβαζαν τα λεωφορεία αυτά: οικογένειες, παιδιά, εργάτες, καλοντυμένους, μαυριδερούς… (ανοίγω παρένθεση εδώ για να πω ότι αυτό που είδαμε στην Τουρκία είναι πολλές οι φυλές που συνθέτουν τον πληθυσμό της χώρας: υπάρχουν ξανθοί που πολύ εύκολα θα τους περνούσες για βορειοευρωπαίους, μελαχρινοί που θυμίζουν Αιγύπτιους ή/και Πακιστανούς, υπάρχουν πολλοί που δεν θα τους ξεχώριζες από Έλληνες, και άλλες διάφορες ενδιάμεσες μίξεις). Το πρωινό αποδεκτό: για ρόφημα τσάι ή χτυπητός καφές (είχαμε πολλά χρόνια να χτυπήσουμε καφέ στο φλιτζάνι – ίσως από τα λυκειακά μου χρόνια σε κάτι καφετέριες σκοτεινές πάνω σε ημιώροφους… τότε που ήταν της μόδας… ). Μέσα από το τζάμι παρατηρούμε απέναντι ένα σχολείο (μάλλον δημοτικό). Τα παιδιά με τις ποδιές βγαίνουν στο διάλειμμα, τρέχουν παίζουν και όταν χτυπά το κουδούνι που ακούγεται μέχρις εδώ, ξαναμπαίνουν μέσα. Πολύ γνώριμες εικόνες από τα παιδικά μας χρόνια.

Το πρόγραμμα για σήμερα περιλαμβάνει επίσκεψη στην Παναγία Σουμελά. Όμως πριν από αυτό ο δρόμος μας βγάζει ψηλά στο λόφο που προβάλει πάνω από την πόλη απ’ όπου παίρνουμε μια αμφιθεατρική άποψη της χωροταξίας της και του λιμανιού της. Ο καιρός είναι λίγο μουντός, όχι καλός για φωτογραφίες, ιδανικός όμως για μας. Την Τραπεζούντα τη δημιούργησαν Αρκάδες τον τρίτο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τον Παυσανία, κάτοικοι της αρκαδικής Τραπεζούντας, όταν αρνήθηκαν την υποχρεωτική συμμετοχή τους στην ίδρυση της Μεγαλόπολης, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να καταφύγουν στον Εύξεινο Πόντο. Η Τραπεζούντα έγινε η σημαντικότερη πόλη του Εύξεινου Πόντου, όπως και πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο 19ος αιώνας υπήρξε περίοδος ακμής για την Τραπεζούντα, τότε που κυρίως οι Έλληνες κάτοικοι επιδόθηκαν στο εμπόριο. Η Τραπεζούντα, με 400.000 κατοίκους σήμερα, είναι μια ευρωπαϊκή πόλη με διεθνές αεροδρόμιο, καλά ξενοδοχεία και μεγάλα εμπορικά κέντρα. Στην περιοχή υπάρχει μεγάλη ανοικοδόμηση και εκατοντάδες πολυώροφες κατοικίες κτίζονται για να στεγαστούν πολυμελείς οικογένειες.

Συνεχίζουμε ακολουθώντας τις πινακίδες για το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Είναι περίπου 50 χλμ απόσταση. Κάποια στιγμή ο δρόμος χωρίζεται και ακολουθώντας το δεξί μέρος της διχάλας βγαίνουμε από τον κεντρικό. Και τότε αρχίζουν τα επιφωνήματα θαυμασμού: μπαίνουμε σε ένα φαράγγι όπου κυλάει ένας ορμητικός χείμαρρος και οι πλαγιές ορθώνονται καταπράσινες δεξιά – αριστερά. Έχουμε ανέβει αρκετά και έχει πιάσει κρύο. Σε λίγο σταματάμε σε μια πύλη όπου ο φύλακας μας ενημερώνει ότι μπαίνουμε σε «κρατικό πάρκο φυσικής ομορφιάς» και πρέπει να πληρώσουμε εισιτήριο (5 TL για κάθε μηχανή!). Συνεχίζουμε να ανηφορίζουμε στο φιδωτό δρόμο. Ξαφνικά κοιτώντας προς τα πάνω διακρίνω το μοναστήρι. Είναι πραγματικά εξωπραγματικό το που είναι σκαρφαλωμένο. Σταματάμε και χαζεύουμε την τοποθεσία. Στην όχθη του χειμάρρου είναι χτισμένο ένα τουριστικό μαγαζί. Από κει υπάρχει μονοπάτι που σε ανεβάζει με τα πόδια μέχρι πάνω. Εναλλακτικά, ο δρόμος συνεχίζει τη φιδίσια πορεία του και βγάζει ακόμα πιο κοντά στην είσοδο της μονής. Συνεχίζουμε και μεις με προσοχή μιας και ο δρόμος είναι ανηφορικός και σε κάποια κομμάτια του υπάρχει πολύ τρεχούμενο νερό. Φτάνουμε στο χώρο στάθμευσης και ξεπεζεύουμε. Κλειδώνουμε τις μηχανές και αρχίζουμε να σκαρφαλώνουμε στο λιθόστρωτο δρομάκι. Στο πλάτωμα ένας λυράρης με ποντιακή στολή, προσπαθεί να πουλήσει τα φουντούκια του – κατεξοχήν προϊόν της περιοχής. Όσο ανεβαίνουμε τόσο πιο εντυπωσιακή φαντάζει η κατασκευή του μοναστηριού.

Φτάνοντας στην είσοδο του μοναστηριού, πληρώνουμε 15 TL ο καθένας και μπαίνουμε στον κυρίως χώρο. Είχαμε δει εικόνες και φωτογραφίες, ακόμα και την πρώτη λειτουργία μετά από χρόνια που τελέστηκε την περυσινή χρονιά, αλλά αυτό που αντικρίζουμε είναι απερίγραπτο, και προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα: από τη μια ο κάθετος βράχος που πάνω του έχει χτιστεί σαν αετοφωλιά το μοναστήρι, από την άλλη η καταστροφή που προφανώς υπέστη και δεν κρύβεται από τις ορατές προσπάθειες αποκατάστασης που μάθαμε ότι έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Όλες σχεδόν οι τοιχογραφίες και οι αγιογραφίες είναι μισοκατεστραμμένες. Ακόμα και αφιερώσεις γραμμένες με στυλό και μολύβι με ημερομηνίες του 19ου αιώνα υπάρχουν. Ο φύλακας μας λέει (η καλύτερα μας δείχνει) να μη χρησιμοποιούμε φλας στους εσωτερικούς χώρους. Περιδιαβαίνοντας το χώρο διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει και το κλασσικό «κεράκι» που θα ανάβαμε στην «χάρη της» (μου το είχε παραγγείλει η μάνα μου). Αυτό που κάποτε ήταν ένα ζωντανό μοναστήρι είναι πλέον ένα μουσείο ευχάριστο στον επισκέπτη και προσοδοφόρο για το κράτος. Μαζί με μας είναι και πολλοί άλλοι επισκέπτες, αρκετοί ξένοι αλλά οι περισσότεροι ντόπιοι (κρίνοντας από τη γλώσσα που ακούμε να μιλάνε). Περιέργως δεν συναντήσαμε κανέναν Έλληνα. Κατεβαίνουμε και στεκόμαστε στο παραποτάμιο τουριστικό μαγαζί για «εσπρέσο» και τσάι. Συζήτηση και σκέψεις για τα όσα είδαμε. Σύντομα η συζήτηση παρεκκλίνει εστιάζοντας στα σύγχρονα (οικονομικά) προβλήματα της χώρας μας. Και εδώ ακούγονται και οι πρώτες απόψεις για το πόσο «μπροστά» είναι η χώρα αυτή. Η συζήτηση αυτή θα επαναληφθεί πολλάκις μέχρι το τέλος του ταξιδιού.

Επιστρέφουμε απόγευμα στην Τραπεζούντα. Αφήνουμε τις μηχανές και ξεκινάμε πεζοπορία γνωριμίας. Ενδιαφέρουσα πόλη, μερικές συνοικίες θυμίζουν πολύ μια παλιά Ελλάδα. – Εμείς βλέπετε βιαστήκαμε να αλλάξουμε σελίδα και να περάσουμε στην εποχή των Cayenne και των Jeep. – Η προεκλογική περίοδος είναι παντού εμφανής. Καθόμαστε για «γύρο» σε ένα μαγαζί που βρίσκουμε μπροστά μας. Ψάχναμε κάτι πιο παραδοσιακό, αλλά η πείνα δεν μας αφήνει. Τρώμε γύρο με ρύζι και σαλάτα. Φυσικά χωρίς αλκοολούχα ποτά! Στη συνέχεια ξεκινάμε να βρούμε την εκκλησία της «Αγίας Σοφίας» η οποία έχουμε μάθει ότι σώζεται σε καλή κατάσταση ακόμα. Περπατάμε και περπατάμε… Ρωτάμε κάπου και μας λένε ότι πηγαίνουμε καλά. Ξαναρωτάμε και ένας Τούρκος σε άψογα … γερμανικά μας κατατοπίζει (ευτυχώς που πιάνουμε κάτι λέξεις) – αυτά ήξερε αυτά μίλησε ο άνθρωπος. Κάποια στιγμή έχει πιάσει νύχτα και 3-4 πιτσιρίκια μας οδηγούνε μέχρι εκεί. Πράγματι εντυπωσιακό κτίσμα, αλλά μη επισκέψιμο λόγω περασμένης ώρας. Επιστρέφουμε από τον «πάνω δρόμο» και εκεί βρίσκουμε αυτό που ψάχναμε νωρίτερα: γειτονιές που σφύζουν από κίνηση με μαγέρικα, μπακάλικα και άλλα μικρομάγαζα. Μετά από λίγο περνάμε δίπλα από ένα τεράστιο νοσοκομείο και από το ποδοσφαιρικό γήπεδο της τοπικής ομάδας στο οποίο είναι μαζεμένος κόσμος. Τελικά, περασμένες 11.00 φτάνουμε στο ξενοδοχείο. Μπαίνουμε στο διπλανό μπακάλικο και ψωνίζουμε κουτιά μπύρας και μερικά φαγώσιμα. Τη μπίρα μας την τυλίγουν σε εφημερίδα και μετά όλα μαζί σε μια μαύρη σακούλα. Ανεβαίνουμε στα δωμάτια και κάνουμε μια γρήγορη ανασκόπηση της μέρας. Ο Χρήστος μπαίνει και λίγο στο Ιντερνέτ. Βλέπετε έχει φέρει ένα μικρό φορητό υπολογιστή μαζί του (να σημειώσω εδώ ότι δε βρήκαμε ούτε ένα μέρος σε όλη την εκδρομή που να μην πιάνει το κινητό τηλέφωνο. Επιπλέον όπου και να σταματάγαμε, είτε για καφέ είτε το βράδυ στα ξενοδοχεία, είχε ασύρματη σύνδεση δωρεάν!).

5η Μέρα: Τραπεζούντα – Urgup (Προκόπι) Καππαδοκίας, 700χλμ. Ξεκινάμε και αποχαιρετάμε τον Πόντο με κατεύθυνση το νότο. Η πορεία αυτή μας ανεβάζει μέσω ενός φιδίσιου δρόμου πάνω σε ένα ψηλό ορεινό όγκο. Αν και ο καιρός εξακολουθεί να είναι καλός, οι επενδύσεις στα μπουφάν είναι απαραίτητες. Οι πινακίδες μας ενημερώνουν ότι στο ψηλότερο σημείο του δρόμου το υψόμετρο είναι πάνω από 2.100 μέτρα. Σε κάποιες ανήλιες πλευρές υπάρχουν ακόμα κομμάτια πάγου. Ο τόπος αυτός δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τις κεντροευρωπαϊκές Άλπεις που τόσο μας έχουν καθηλώσει στο παρελθόν. Απλά δεν είναι τουριστικά ανεπτυγμένος ακόμα (δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό…). Κάποια στιγμή για να κόψουμε δρόμο παίρνουμε ένα δευτερεύοντα δρόμο και πράγματι αυτό μας αποζημιώνει. Ποτάμια και μικρές λίμνες μας χαρίζουν απλόχερα ξεκούραση. Η κίνηση είναι ελάχιστη και σκέφτομαι τι καλά θα ήταν να είχαμε λίγες μέρες ακόμα να αφιερώσουμε στα βουνά αυτά.

 

Περνάμε από την «Αργυρούπολη» (Gumushane), πόλη εξόρυξης αργύρου με πολλούς Έλληνες τα «παλιά τα χρόνια» – όπως μας ενημερώνει ο Χρήστος – από τον οποίο έχουν κατασκευαστεί τα περισσότερα ασημικά του Αγίου Όρους. Στη συνέχεια συναντάμε το δρόμο που έρχεται από Ερζερούμ, τον οποίο ακολουθούμε με κατεύθυνση προς Σίβας (Σεβάστεια). Ο Χρήστος επιμένει να πάμε προς Ερζερούμ για να δούμε από κοντά το όρος Αραράτ… αλλά αυτό θα μας έβγαζε πολύ εκτός διαδρομής και το αποκλείουμε. Ο δρόμος συνεχίζει να ανεβοκατεβαίνει στα βουνά. Γίνεται και χωματόδρομος για λίγο λόγω έργων. Στην πορεία μια μπόρα μικρής διάρκειας μας δροσίζει αρκετά αλλά λίγο μετά στεγνώνουμε. Τα χιλιόμετρα δε βγαίνουν και τα έργα στο δρόμο συνεχίζονται. Στάση για φαγητό. Πώς το φτιάχνουν αυτό το ρύζι… μαζί με κόκκινη σάλτσα κοτόπουλου ή λαχανικών δεν παλεύεται… Ο δρόμος από Σίβας για Καισάρεια (Kaysery) μια ευθεία – ατέλειωτη όμως. Σε μια τέτοια ευθεία μας σταματάει η αστυνομία. Στην αρχή κάνουν νόημα μόνο στο Χρήστο που πήγαινε μπροστά. Σταματάμε όλοι. Υπερβολική ταχύτητα: το ραντάρ έδειξε 104 χλμ ενώ το όριο ήταν 90 χλμ (!!). Λέμε διάφορα… Έχουν και μια επικοινωνία με το περιπολικό που έχει το ραντάρ και μάλλον είναι ο επικεφαλής εκεί. Μόλις τους λέμε ότι είμαστε τουρίστες και Έλληνες (ίσως είναι ιδέα μας ίσως πραγματικότητα) μας λένε ότι θα μας γράψουν όλους. Δεν παίρνουν από λόγια: αποτέλεσμα 140TL ο καθένας. «Που θα τα πληρώσουμε» ρωτάει ο Μιχάλης. «Στην έξοδο από τη χώρα» είναι η απάντηση. Στενοχωριόμαστε λίγο αλλά δεν μπορεί αυτό να μας χαλάσει τη διάθεση.

Στάση για καφέ και ανασυγκρότηση και συνέχεια με κατεύθυνση την Καισάρεια. Η Καισάρεια είναι χτισμένη δίπλα στο όρος Αργαίος (ηφαίστειο πριν από πολλά χρόνια και τόπος οργανωμένων χιονοδρομιών σήμερα) και είναι μια σύγχρονη μεγαλούπολη με πληθυσμό πάνω από 500 χιλ. ανθρώπους. Δεν είναι στα σχέδιά μας να την επισκεφτούμε και έτσι, νύχτα πια, την παρακάμπτουμε με κατεύθυνση το Urgup (Προκόπι) που έχουμε σχεδιάσει να καταλύσουμε. Χανόμαστε λίγο στο δρόμο και σταματάμε σε βενζινάδικο να ρωτήσουμε. Ο υπάλληλος μας απαντά σε άψογα … γαλλικά κατευθύνοντάς μας όμως σωστά. Κάποια στιγμή μπαίνουμε στο Προκόπι και οδηγούμε προς το κέντρο του.

Σταματάμε σε ένα δρόμο με αρκετά μικρά ξενοδοχεία. Κατόπιν της σχετικής έρευνας επιλέγουμε ένα πολύ όμορφο και αρκετά φθηνό ξενοδοχείο (Hotel Akuzun: με τα σχετικά παζάρια: 60€/δίκλινο) όπου μιλάνε καλά αγγλικά και μας κατατοπίζουν άψογα. Ετοιμαζόμαστε γρήγορα και βγαίνουμε για φαγητό. Το Προκόπι είναι τουριστικό χωρίο και έτσι σύντομα καθόμαστε σε ένα όμορφο χώρο και τρώμε τοπική κουζίνα με συνοδεία κόκκινου κρασιού… Το χρειαζόμασταν!

6η Μέρα: Περιήγηση στην Καππαδοκία. Ξυπνάμε και παρατηρούμε έξω από το παράθυρο. Απέναντί μας σπίτια και ξενοδοχεία έχουν χτιστεί χρησιμοποιώντας μέρος του βράχου ως τμήμα τους. Κατεβαίνουμε για πρωινό. Οι άνθρωποι του ξενοδοχείου αποδεικνύονται πολύ φιλικοί. Μας εξηγούν ότι πριν από χρόνια όλα τα παλιά Ελληνικά σπίτια και αρχοντικά καθώς και τις εκκλησίες τις γκρέμιζαν για να χρησιμοποιήσουν τα υλικά για την κατασκευή νέων. Τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Έχουν καταλάβει όλοι την αξία αυτής της «ζωντανής» ακόμα ιστορίας και τα ανακαινίζουν για να τα επισκέπτονται οι τουρίστες. Υπάρχει μάλιστα σχετικό διάταγμα που απαγορεύει την κατεδάφιση τέτοιων ιστορικών μνημείων. Φαίνονται ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι και είναι πολύ χαρούμενοι που έχουν Έλληνες επισκέπτες. Εμείς έχοντας μια μέρα διαθέσιμη στην Καππαδοκία αποφασίσαμε να την μοιράσουμε στο ανοιχτό μουσείο του Goreme και στην υπόγεια πολιτεία του Derinkuyu. Ξεκινάμε λοιπόν για το Goreme ή “Κόραμα” (που που θα πει “διαβρωμένος βράχος”). Απέχει μόνο λίγα χιλιόμετρα από το Προκόπι. Πληρώσαμε 15 TL και μπήκαμε στο open-air museum με τις παλιές ορθόδοξες εκκλησίες φτιαγμένες μέσα στους λαξευμένους βράχους. Οι επισκέπτες πολλοί, από όλες τις μεριές του κόσμου – είδαμε και ένα γκρουπ Ελλήνων που είχαν έρθει από Πελοπόννησο μέσω Λέσβου -. Περπατήσαμε αρκετά και παρατηρήσαμε τις λαξευμένες στο βράχο εκκλησίες με τις ενδιαφέρουσες αγιογραφίες, που η ιστορία τους ξεκινάει την Ρωμαϊκή περίοδο τότε που ο Χριστιανισμός ήταν υπό διωγμό (http://www.goreme.com/goreme-open-air-museum.php). Βγαίνοντας από το μουσείο, υπάρχει ένας χώρος (παζάρι) με τουριστικά είδη και μέρος για καφέ. Τα τιμήσαμε και τα δύο.

 

Στη συνέχεια καβαλάμε τις μηχανές και κατευθυνόμαστε προς Derinkuyu (Μαλακοπή) όπου υπάρχει μια από τις μεγαλύτερες υπόγειες πόλεις στην περιοχή (http://www.goreme.com/derinkuyu-underground-city.php). Στο δρόμο παρατηρούμε κάποια εγκαταλειμμένα χωριά αλλά και τις τρομερές αντιθέσεις που έχουμε πλέον εντοπίσει παντού: όμορφα καινούργια σπίτια μπερδεύονται με χαλάσματα, και καινούργια αυτοκίνητα με κάρα που τα σέρνουν άλογα. Φτάνοντας στο Derinkuyu αντικρύζουμε ένα πιο κλασσικό χωριό (με βάση αυτά που είχα εγώ στο μυαλό μου): ο τουρισμός ελάχιστα το έχει αλλάξει. Φτωχικά σπίτια γύρω από την πλατεία. Παζάρι με χαλιά (μάλλον για τους ξένους επισκέπτες) και αρκετοί να σε προσεγγίζουν για να σου πουλήσουν την πραμάτεια τους. Αγοράζουμε κάποια χειροποίητα κουκλάκια και προχωράμε να εξερευνήσουμε την υπόγεια πόλη (http://www.istorikathemata.com/2011/07/derinkuyu.html). Πληρώνουμε στην είσοδο και ένας αγνώστου ταυτότητας άνδρας μας «παραδίδει» σε έναν ένστολο φύλακα για να μας ξενάγηση με την προτροπή να του δώσουμε «κάτι» στη συνέχεια. Αρχίζουμε να κατεβαίνουμε σκαλιά μέσα στο έδαφος και ένα έντονο συναίσθημα κλειστοφοβίας με καταλαμβάνει. Είναι πράγματι εντυπωσιακή η κατασκευή και ο χώρος που ζούσαν οι άνθρωποι εδώ μέσα. Η πόλη κατεβαίνει τουλάχιστον 80 μέτρα κάτω από το έδαφος και έχει αρκετά επίπεδα. Έχει δωμάτια ύπνου, τραπεζαρίες, συστήματα αερισμού και γενικά όλα τα απαραίτητα για να επιβιώσουν οι τρωγλοδύτες που ζούσαν εδώ. Αρχίζουμε να ανηφορίζουμε ξανά και ανακουφίζομε που βγαίνουμε πάλι έξω στον καθαρό αέρα. Πιο δίπλα υπάρχει η υπέροχη εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων (βασιλική με τρούλο φτιαγμένη από ηφαιστειογενή ντόπια μαύρη πέτρα). Δεξιά και αριστερά της κεντρικής εισόδου υπάρχουν δύο κίονες που περιστρέφονται και αποτελούν ένα έξυπνο σύστημα με βάση το οποίο διαπιστωνόταν εάν ο ναός είχε υποστεί ζημιά μετά από σεισμό: αν συνέχιζαν να περιστρέφονται όλα ήταν καλά! Πάμε παραδίπλα όπου είναι στημένο ένα μικρό παζάρι. Και εκεί γίνεται η συνάντηση της εκδρομής: Τούρκος μικροπωλητής που καταλαβαίνει ότι είμαστε Έλληνες μας καλεί (σε μια γλώσσα που έχει Ελληνικά, Τούρκικα, Αγγλικά και πολλά νοήματα) να δούμε παλιές φωτογραφίες που εκθέτει, από Έλληνες της Μαλακοπής. Και στη συνέχεια μας ανακοινώνει ότι ο παππούς του γεννήθηκε στην Κοζάνη. Τότε ο Χρήστος (που κατάγεται από την Κοζάνη) του ανταπαντά ότι ο δικός του παππούς ήταν από την περιοχή της Μαλακοπής και αμέσως αυθόρμητα αγκαλιάζονται! Αγοράζουμε κάτι μικροπράγματα και πάμε για καφέ στο μαγαζάκι που έχει παραδίπλα. Ζηλεύουμε τις πίτες που ετοιμάζει μια γιαγιά μέσα στο μαγαζί και παραγγέλνουμε. Εν τω μεταξύ νάσου και ο φίλος μας. Συζητάμε, τον καλούμε στην Ελλάδα, μας λέει για την οικογένειά του και προσπαθούμε να βάλουμε σε μια τάξη τις σκέψεις μας. Ώρα να φεύγουμε όμως μια και στο Προκόπι ο Χρήστος έχει πάρει εντολή από τη μητέρα του να φωτογραφήσει παλιά σπίτια και να ψάξει και για ένα συγκεκριμένο όνομα οικογένειας…

Καθόμαστε λίγο στο ξενοδοχείο για ξεκούραση και πιάνουμε την κουβέντα με τον ξενοδόχο. Γεννήθηκε στη Γερμανία και επέστρεψε στη χώρα του όταν ενηλικιώθηκε. Επενδύει στον τουρισμό και αισθάνεται όμορφα με αυτό. Κάποια στιγμή απομακρύνεται και επιστρέφει με ένα πολύ ενδιαφέρον λεύκωμα που αναφέρεται στην ιστορία του χωριού, τότε που ακόμα ζούσαν πολλοί Έλληνες εδώ: «Urgup – Προκόπι» της Ευαγγελίας Μπαλτά (http://evangeliabalta.com/kitap/10_books.pdf) εκδ. Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Ξεκινάμε την περιήγηση στο Προκόπι. Πολλά παλιά αρχοντικά φαίνονται ακατοίκητα και παραμελημένα. Άλλα κατοικούνται και στη θέση άλλων έχουν ξεφυτρώσει νέα κτίσματα. Και εδώ είναι φανερή η ίδια αντίθεση που σε μας τουλάχιστον είναι χτυπητή. Χαλάσματα δίπλα σε σύγχρονα ξενοδοχεία με πισίνες, και παιδιά που βόσκουν πρόβατα μέσα στο χωριό δίπλα σε τουριστικά εστιατόρια.

Το χωριό δεν είναι μεγάλο αλλά είναι προφανές ότι έχει κάνει στροφή και κατευθύνεται με όλες του τις δυνάμεις προς το τουρισμό. Μακριά στον ορίζοντα διακρίνονται τεράστιες πολυκατοικίες ανατολικού τύπου, ενώ πίσω τους ορθώνονται βουνά. Καθόμαστε στην πλατεία για καφέ. Το μόνο άσχημο είναι ότι δύσκολα επικοινωνείς – και τη θέλαμε την επικοινωνία – με τους ντόπιους λόγω γλώσσας. Σταματάμε σε ένα μαγαζάκι με ξηρούς καρπούς όπου ο αεικίνητος και φιλικότατος ιδιοκτήτης μας γεμίζει με διάφορα είδη για δώρα αλλά και για κατανάλωση (καφέ, ξηρούς καρπούς, αποξηραμένα φρούτα, λουκούμια…). Φεύγουμε έχοντας κάνει λογαριασμό 140 TL (!) και έχοντας δοκιμάσει άλλα τόσα. Το βράδυ εμπιστευόμαστε τον οδηγό και καθόμαστε για φαγητό σε ένα μάλλον πιο τουριστικό εστιατόριο απ’ ότι θα θέλαμε.

Διαβάστε εδώ το 1ο μέρος και το 3ο μέρος

Κείμενο – φωτογραφίες: Άρης Βαγγελάτος (vagelat@yahoo.gr)

 

Τα δεκάδες dolmus κάτω από τη γέφυρα σε συνδυασμό με τις «προεκλογικές» σημαίες. Το «μπεζ» κτίριο αριστερά πίσω από την γέφυρα είναι σχολείο.

Τα δεκάδες dolmus κάτω από τη γέφυρα σε συνδυασμό με τις «προεκλογικές» σημαίες. Το «μπεζ» κτίριο αριστερά πίσω από την γέφυρα είναι σχολείο.

Άποψη της Τραπεζούντας από ψηλά.

Άποψη της Τραπεζούντας από ψηλά.

Το μοναστήρι της Παναγίας σκαρφαλωμένο στο βράχο!

Το μοναστήρι της Παναγίας σκαρφαλωμένο στο βράχο!

Το ποτάμι που κατεβαίνει με ορμή και δίπλα το τουριστικό μαγαζί.

Το ποτάμι που κατεβαίνει με ορμή και δίπλα το τουριστικό μαγαζί.

Πάρκο στο κέντρο της Τραπεζούντας.

Πάρκο στο κέντρο της Τραπεζούντας.

Ανεβοκατεβαίνοντας τα βουνά για να μπούμε στην κεντρική Τουρκία.

Ανεβοκατεβαίνοντας τα βουνά για να μπούμε στην κεντρική Τουρκία.

Στάση στην Αργυρούπολη

Στάση στην Αργυρούπολη

Η είσοδος του ξενοδοχείου που μας φιλοξένησε στο Προκόπι.

Η είσοδος του ξενοδοχείου που μας φιλοξένησε στο Προκόπι.

Κοσμοσυρροή και τουρίστες από κάθε χώρα στο ανοιχτό μουσείο του Goreme

Κοσμοσυρροή και τουρίστες από κάθε χώρα στο ανοιχτό μουσείο του Goreme

Παππούς στο παζάρι της Μαλακοπής.

Παππούς στο παζάρι της Μαλακοπής.

Εγκαταλειμμένα αρχοντικά στο Προκόπι.

Εγκαταλειμμένα αρχοντικά στο Προκόπι.

 

Διαβάστε εδώ το 1ο μέρος και το 3ο μέρος

Κείμενο – φωτογραφίες: Άρης Βαγγελάτος (vagelat@yahoo.gr)