Ταξιδιωτικό Moto στην Τουρκία (Πόντος – Καππαδοκία), Μάιος 2011
4.018 χλμ σε 9 μέρες

Διαβάστε το 2ο μέρος και το 3ο μέρος.

Μέρος 1ο: Αθήνα – Πόντος
Γιατί ταξιδεύουμε; Είναι το πρώτο ερώτημα που συχνά – πυκνά κάνει την εμφάνισή του στο μυαλό, όταν σχεδιάζουμε ένα ταξίδι. Και πριν ακόμα πάρει απάντηση, νάσου το δεύτερο: γιατί με μηχανές; (Ανοίγω παρένθεση για να πω ότι ένας εκ των συν-εκδρομέων μου πρόσφατα μου εξομολογήθηκε: «όταν ταξιδεύω με το αυτοκίνητο ο στόχος είναι να φτάσω στον προορισμό. Όταν το κάνω με τη μηχανή σημασία έχει η διαδρομή!»). Ή μήπως δεν είναι οι μηχανές η ειδοποιός διαφορά αλλά είναι η εκδρομή με «φίλους»; Αλλά δε νομίζω ότι έχω πάρει καλή ρότα… Πολλοί πριν από μένα τα έχουν αναλύσει αυτά και άλλοι τόσοι θα το κάνουν στη συνέχεια.

Γιατί καβαλάμε τις μηχανές και ταξιδεύουμε;

Ας μπούμε όμως στο θέμα: ταξίδι στην Τουρκία. Ε… ψιτ… άσε το ύφος το περισπούδαστο, φωνάζει το τρίτο ερώτημα: «γιατί γράφουμε για τα ταξίδια μας»; E… τουλάχιστον σ’ αυτό το ερώτημα ο λογικός – πραγματιστής εαυτός μου θα απαντήσει χωρίς περιστροφές: Γράφουμε για να θυμόμαστε, για να δίνουμε ιδέες σε άλλους, για να παρακινούμε εαυτούς και αλλήλους. Πάνε αρκετά χρόνια τώρα που κάθε Μάιο (συνήθως) καταφέρνουμε να ξεκλέψουμε λίγες μέρες από τις άλλες υποχρεώσεις μας και να κάνουμε ένα μοτοταξίδι. Πριν κάποια χρόνια το ταξίδι αυτό ήταν «μικτό». Όταν οι περισσότεροι από μας απέκτησαν τέκνα, το ταξίδι μετατράπηκε σε «ανδρική δουλειά». Ένα άλλο χαρακτηριστικό τα προηγούμενα χρόνια ήταν ότι ο στόχος ήταν η Ευρώπη (δυτική – ανατολική – βόρεια – νότια…). Φέτος έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να αλλάξουμε κατεύθυνση. Ή καλύτερα ήπειρο: ο στόχος θα μετατοπιζόταν ανατολικά προς την Ασία. Αρχικά υπήρξαν πολλές σκέψεις για Συρία, Ιορδανία, κ.τ.λ. Όμως οι κοινωνικοπολιτικές αναταραχές – εξεγέρσεις που ξέσπασαν εκεί, αλλά και σε άλλες αραβικές χώρες, μας απέτρεψαν. Έτσι το σχέδιο άλλαξε και ο προορισμός μας μεταφέρθηκε για τη γειτονική Τουρκία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό τα τελευταία χρόνια ήταν ότι ο στόχος ήταν πάντα ένας αγώνας του MotoGP ή της F1. Αυτή τη φορά αποφασίσαμε να «ωριμάσουμε» και ως προς αυτό: ο στόχος ήταν να δούμε μέρη και να σκαλίσουμε μνήμες που οι περισσότεροι από μας ούτως ή άλλως δεν είχαν. Κάπου εκεί μπήκε στο «παιχνίδι» και ο Χρήστος (ανοίγω παρένθεση για να πω ότι χρόνια τώρα ο βασικός κορμός των εκδρομών είναι 2-3 φίλοι και εκεί «κολλάνε» κατά περίπτωση και 2-3 ακόμα – περισσότερα γι αυτό στη συνέχεια). Ο Χρήστος λοιπόν, παλαιός γνώριμος και συμμέτοχος στις εκδρομές, μας είχε τα τελευταία χρόνια εγκαταλείψει… Μόλις άκουσε όμως για Τουρκία μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι: βλέπετε είχε δύο παππούδες που κατάγονταν από τα μέρη εκείνα και πάντα ήθελε να τα επισκεφτεί! Έδεσε λοιπόν το γλυκό: ο στόχος για ταξίδι στην Τουρκία, απέκτησε και το αναγκαίο «υπόβαθρο» και νάμαστε καταχείμωνο να ψάχνουμε βιβλία, ιστοσελίδες, ιστολόγια και άλλο υλικό για την βέλτιστη διαδρομή. Δύο ήταν τα μέρη στα οποία επικεντρώσαμε: Τραπεζούντα (Πόντος) και Προκόπι (Καππαδοκία). Για το πώς θα φτάναμε εκεί, αλλάξαμε πολλές φορές γνώμη και σχέδια.

Η διαδρομή της εκδρομής.

1η Μέρα: Αθήνα – Αλεξανδρούπολη, 800 χλμ. Και έτσι φτάσαμε μια Κυριακή πρωί του μήνα Μαΐου του έτους 2011, να ξεκινάμε τρεις άνθρωποι με τρείς μηχανές από Αθήνα με κατεύθυνση Αλεξανδρούπολη. Άλλες δύο μηχανές με τους αντίστοιχους αναβάτες είχαν ξεκινήσει την προηγούμενη από Κεφαλονιά με την ίδια κατεύθυνση. Ας γνωριστούμε όμως: Αρης (ο υπογράφων, παλαιό μέλος της κομπανίας – Honda Varadero, 2003), Χρήστος (παλαιό μέλος αλλά με μεγάλο κενό συμμετοχών προσφάτως… – Triumph Tiger, 2001), Γιάννης (νέο μέλος της παρέας – BMW G 650GS, 2004) και από Κεφαλονιά ο Μιχάλης (μόνιμη παρουσία – Suzuki Vstrom, 2005) και ο Παναγής (συμμετοχή με … διακοπές – Suzuki Vstrom, 2006). Ο δρόμος για Αλεξανδρούπολη μάλλον γνωστός στους περισσότερους. Τώρα με την Εγνατία οδό να ενώνει τη Βόρεια Ελλάδα από άκρη σε άκρη, αν ξεκινήσεις το πρωί από Αθήνα, είσαι άνετα στην Θρακική πρωτεύουσα την ώρα που σουρουπώνει. Ο καιρός καλός. Κάπου όμως πριν την Κατερίνη άρχισαν τα .. παρατράγουδα. Το μονοκύλινδρο BMW άρχισε να χάνει νερά από το ψυγείο! Οι απόψεις διίσταντο: δεν έχει πρόβλημα έλεγαν οι μεν, απλά θα συμπληρώνουμε νερό. Πέταξέ το στο χαντάκι στην άκρη του δρόμου έλεγαν οι δε… Πρυτανεύοντος της λογικής είπαμε να φτάσουμε στην Αλεξανδρούπολη και εκεί θα το ελέγχαμε σε κάποιο μάστορα. Στη διαδρομή, δύο σημεία άξια προσοχής: η στάση στην όμορφη Καβάλα για φαγητό και το γεγονός ότι τώρα με την Εγνατία οδό, όλα εκείνα τα όμορφα μέρη που βλέπαμε παλιά τα ξεχνάμε σε όφελος του καλού και γρήγορου δρόμου. Φτάνοντας στην Αλεξανδρούπολη καταλύουμε στο ξενοδοχείο που έχουν ήδη καταλύσει οι εκ Κεφαλονιάς ορμώμενοι… Χαρές και αγκαλιές στην συνάντησή μας με δύο σκιές να έχουν αλώσει το πίσω μέρος (ή ήταν το μπροστινό;) του μυαλού μας: α) τι θα γίνει με το BMW και β) ένα ξαφνικό οικογενειακό θέμα που έχει προκύψει με τον Παναγή. Το βραδινό κρασί μαζί με τους μεζέδες στη λαδόκολλα έστρεψαν τη συζήτηση σε άλλες ατραπούς με μόνη κοινή παραδοχή να μελετήσουμε τα θέματα το πρωινό!

Το μικρότερο της παρέας άρχισε να χάνει υγρά και εμείς να το παρακολουθούμε … στενά!

2η Μέρα: Αλεξανδρούπολη – Duzce (Τουρκία), 520 χλμ. Ξημέρωσε Δευτέρα και ο Γιάννης σηκώθηκε πρωί – πρωί να επισκεφθεί τοπικό συνεργείο. Οι λοιποί πήραμε πρωινό αλλά ένα τηλεφώνημα στον Παναγή μας έκανε να συννεφιάσουμε. Έπρεπε να γυρίσει πίσω! Άδοξο τέλος αλλά δεν έρχονται πάντα τα πράγματα όπως τα περιμένουμε. Σε λίγο εμφανίζεται και ο Γιάννης κατσουφιασμένος: ο μάστορας του είπε ότι το ψυγείο ήταν σε κακή κατάσταση. Τηλεφώνημα σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο στην Ξάνθη μας ενημέρωσε ότι ανταλλακτικό ψυγείο δεν υπάρχει ετοιμοπαράδοτο. Το θετικό ήταν ότι ο Γιάννης είχε σύμβαση με εταιρεία οδικής βοήθειας. Μη θέλοντας να χάσουμε και άλλο μέλος από την παρέα, αποφασίσαμε να σταλεί η μηχανή πίσω με την οδική βοήθεια, να πάρει τα πράγματα του Γιάννη ο Μιχάλης και τον ίδιο το Γιάννη εγώ. Όλη αυτή η διαδικασία μας κόστισε σε χρόνο και εκεί που λέγαμε ότι θα μπαίναμε Τουρκία πρωί – πρωί, φτάσαμε στο συνοριακό φυλάκιο των Κήπων λίγο μετά τις 13.00. Ευτυχώς δεν έχει κίνηση. Αγοράζουμε νερά, ποζάρουμε για τις σχετικές φωτογραφίες και ξεκινάμε. Η διαδικασία καθόλα Ελληνική! Σκέφτομαι ότι το una fatsa una ratsa που λένε για τους Ιταλούς και μας, θα έπρεπε να το λένε για μας και τους Τούρκους! Περνάμε τον έλεγχο διαβατηρίων, και συνεχίζοντας περνάμε ένα «κιόσκι» που φαίνεται άδειο και προχωράμε στο τρίτο σημείο… Όπου ο ελεγκτής μας στέλνει πίσω, στο άδειο κιόσκι για υπογραφές! Ευτυχώς στο διπλανό, ένας εξυπηρετικός υπάλληλος καταχωρεί τις μηχανές στο «σύστημα» (no motorbike – no problem λέει στο Γιάννη που τον ρωτάει αν χρειάζεται τίποτε από κείνον..) και μας λέει να πάμε δίπλα στο άδειο κιόσκι για υπογραφές και σφραγίδες… Τότε μόνο παρατηρούμε ένα τραπεζάκι έξω στο πεζοδρόμιο όπου ένας τύπος που κάθεται και καπνίζει, έχει και μια σφραγίδα μπροστά του…

Τελευταία «Ενσταντανέ» πριν τα σύνορα!

Τελευταία «Ενσταντανέ» πριν τα σύνορα!

Εν τέλει περνάμε τον έλεγχο και μπαίνουμε Τουρκία! Και τότε έχουμε αυτή την αίσθηση της έξαψης και διέγερσης που έρχεται κάθε φορά που ξεκινάμε ένα ταξίδι… Άντε καλό δρόμο ευχόμαστε στον εαυτό μας και ξεκινάμε. Οι πρώτες εικόνες είναι από μια περιοχή εγκαταλειμμένη και φτωχή. Ο δρόμος δύο κατευθύνσεων μεν, με χαντάκι αντί μπαριέρας στη μέση, αλλά με πολλές λακκούβες. Όσο πλησιάζουμε όμως προς την Πόλη και ειδικά μετά το σημείο που μπαίνουμε στην εθνική οδό  που έρχεται από Βουλγαρία, ο δρόμος γίνεται Ευρωπαϊκός και οι εικόνες αλλάζουν. Και σύντομα θα αλλάξουν και τα στερεότυπα με τα οποία μας έχουν μεγαλώσει: Η Τουρκία είναι μια τεράστια χώρα, που είναι φανερό ότι έχει τρομερές αντιθέσεις, είναι όμως μια χώρα με μεγάλη ανάπτυξη και αυτό φαίνεται παντού! Κάποια στιγμή σταματάμε να τσιμπήσουμε κάτι, και θυμόμαστε ότι πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε και με συνάλλαγμα… Ευτυχώς ο Χρήστος έχει αλλάξει κάποια Ευρώ (σε κακή ισοτιμία στην Τράπεζα της Ελλάδος – μην το κάνετε, θα βρείτε σε πολύ καλύτερη ισοτιμία μόλις μπείτε στην Τουρκία). Στη συνέχεια φτάνουμε σε διόδια. Εκεί έχουν καταργήσει τους εισπράκτορες και μόνο με κάρτα μπορείς να περάσεις. Εμείς στο πρώτο περνάμε σκεφτόμενοι το κίνημα «δεν πληρώνω» και ακούμε τις σειρήνες να «φωνάζουν». Στο επόμενο όμως παίρνουμε κάρτες από το σταθμό που είναι παραδίπλα (50 λίρες η μία – η ισοτιμία είναι περίπου ένα προς δύο για Ευρώ – λίρα Τουρκίας TL) και παρ’ όλα αυτά εξακολουθούμε να ακούμε τις σειρήνες…

Να και τα πρώτα διόδια.

Να και τα πρώτα διόδια.

Πλησιάζοντας στην Κωνσταντινούπολη βλέπουμε ένα άλλο τοπίο. Οι λόφοι γύρω – γύρω έχουν γεμίσει με νεόκτιστες πολυκατοικίες, η κίνηση αυξάνεται δραματικά και το τοπίο είναι υπέροχο. Περνώντας τη γέφυρα του Βοσπόρου (με κατεύθυνση προς Άγκυρα) μένω με το στόμα ανοιχτό από την φυσική ομορφιά που αντικρίζω (ειδικά εγώ που δεν έχω ξαναπάει). Προφανώς το ίδιο και ο Γιάννης που είναι πίσω μου, μια που τον καταλαβαίνω να έχει βγάλει τη φωτογραφική μηχανή προσπαθώντας να σταματήσει το χρόνο. Βγαίνω τέρμα δεξιά για να είμαστε πιο άνετοι στην κίνηση… Στα επόμενα διόδια πανδαιμόνιο! Όσο και αν έχουμε ζήσει μποτιλιάρισμα στην Αθήνα δεν μπορείς να φανταστείς το τι συμβαίνει. Τα αυτοκίνητα προκειμένου να προχωρήσουν έστω και ένα μέτρο μπροστά, πάνε προς όλες τις κατευθύνσεις: δεν υπάρχουν λωρίδες, δεν υπάρχει προτεραιότητα μόνο η ανάγκη για κίνηση… Κάποια στιγμή όταν οι λωρίδες ξαναγίνονται τέσσερεις η κίνηση εξομαλύνεται αλλά το γιγάντιο μεταλλικό φίδι εξακολουθεί να κινείται αργά. Εμείς … διηθούμαστε ανάμεσα στα αυτοκίνητα αλλά πάντα με προσοχή, προσπαθώντας να αφουγκραστούμε τους ρυθμούς και τον τρόπο οδήγησης των ντόπιων.

Κομφούζιο αμέσως μετά το σταθμό των διοδίων.

Κομφούζιο αμέσως μετά το σταθμό των διοδίων.

 

Ο δρόμος προς Άγκυρα είναι ευρωπαϊκών προδιαγραφών και η φύση πανέμορφη. Χαρακτηριστικό βέβαια τα πολλά φορτηγά. Εμείς ταξιδεύουμε εκδρομικά (120 – 130 χλμ). Κάποια στιγμή μας πιάνει η νύχτα. Το πρόγραμμα έλεγε να βγάλουμε και άλλα χιλιόμετρα σήμερα αλλά δεν γίνεται. Τσεκάρουμε στο χάρτη και βλέπουμε ότι η κοντινότερη μεγάλη πόλη είναι το Duzce. Αποφασίζουμε να διανυκτερεύσουμε εκεί. Βγαίνουμε από την εθνική και  πιάνουμε τον επαρχιακό δρόμο. Οι εικόνες μου θυμίζουν αραβικές χώρες: μάλλον φτωχικό μέρος, όλα τα μαγαζιά ανοιχτά παρά το περασμένο της ώρας, πολύς κόσμος στους δρόμους. Μπαίνουμε στο Duzce και βλέπουμε κάποια «καλά» ξενοδοχεία αλλά αποφασίζομε να τα αγνοήσουμε. Πάμε για κάτι πιο οικονομικό. «Hotel Duzce» λέει μια πινακίδα σε μια γωνιά κοντά σε αυτό που έχω εντοπίσει ως «κέντρο της πόλης» (sehir merkezi – είναι από τις πρώτες εκφράσεις που μου εντυπώνονται…). Φθηνό ξενοδοχείο, με εξυπηρετικούς ανθρώπους αλλά δύσκολο να συνεννοηθείς: κανείς δε μιλάει Αγγλικά! Εν τέλει με τη νοηματική γλώσσα σε πλήρη χρήση, και με το Γιάννη να μονολογεί «tamam» καταφέραμε να λύσουμε το γρίφο. Για τις μηχανές μας έστειλαν σε παρακείμενο παρκινγκ του ξενοδοχείου το οποίο στην αρχή μας δημιούργησε πολλά ερωτηματικά, στο τέλος όμως αποδείχτηκε ασφαλές! Βόλτα στη πόλη προς αναζήτηση φαγητού με κάποιο φόβο αν θα βρούμε κάτι ανοιχτό – έχουν φτάσει κοντά μεσάνυχτα! Εδώ όμως αγαπητέ αναγνώστη δεν είναι βόρεια Ευρώπη, όπου μετά τις 9 το βράδυ δε βρίσκεις να φας. Εδώ είναι Τουρκία (όπως Ελλάδα…). Έτσι τρώμε κεμπάπ με σαλάτες και άλλα παραφερνάλια και πίνουμε μπύρες (είμαστε ακόμα σε μέρος που η μπύρα και γενικότερα το αλκοόλ είναι αποδεκτά). Άντε καληνύχτα.

Ένα από τα δύο μεγάλα τζαμιά που ξεχωρίζουν στο κέντρο του Duzce

Ένα από τα δύο μεγάλα τζαμιά που ξεχωρίζουν στο κέντρο του Duzce

3η Μέρα: Duzce – Trabzon (Τραπεζούντα), 850 χλμ. Τι μέρα και η σημερινή. Ξυπνήσαμε και πήραμε πρωινό στο ξενοδοχείο. Η τηλεόραση στην αίθουσα του πρωινού έδειχνε εικόνες από ατυχήματα, ληστείες, ξυλοδαρμούς… Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό. Ετοιμάζουμε τα πράγματα, πληρώνουμε για τα δωμάτια (90 TL το δίκλινο) και πάμε με μια κάποια αγωνία για τις μηχανές. Κανένα πρόβλημα: οι μηχανές είναι στη θέση τους. Ο γέρο φύλακας προσπαθεί να μου εξηγήσει το δρόμο: «Istanbul akba, Ankara uakba» είναι αυτό που μου μένει. Τους ευχαριστούμε θερμά, φορτώνουμε και ξεκινάμε. Η κατεύθυνση προς Άγκυρα αλλά μετά από λίγα χιλιόμετρα θα αφήσουμε το δρόμο αυτό στρίβοντας ανατολικά – βορειανατολικά με κατεύθυνση Σαμψούντα. Εκεί το τοπίο θυμίζει κεντρική Ευρώπη: ανεβαίνουμε τα βουνά  σε ένα φιδωτό, καλής ποιότητας δρόμο μέσα σε πολύ πράσινο. Στάση για καφέ. Θα πρέπει σιγά – σιγά να συνηθίσουμε ότι τη θέση του καφέ εδώ έχει το τσάι. Συνεπώς ο εσπρέσο που επιμένει να ζητά ο Μιχάλης δεν είναι πάντα εφικτός. Εγώ προτιμάω το τσάι – δεν μπορεί, κάτι θα ξέρουν οι ντόπιοι. Ακόμα και ο «τούρκικος» καφές δεν είναι πολύ συνηθισμένος! Σε αυτές τις στάσεις παρατηρώ και μια νέα ειδικότητα που ακόμα δεν έχουμε εισάγει στην Ελλάδα: κάποιοι άμοιροι με λάστιχο σου πλένουν το αμάξι ενόσω εσύ πίνεις καφέ η τρως.

Στάση για ανασυγκρότηση. Αν είχαμε αυτοκίνητο, θα μας το έπλεναν...

Στάση για ανασυγκρότηση. Αν είχαμε αυτοκίνητο, θα μας το έπλεναν…

Συνεχίζουμε προς Σαμψούντα. Κάποια στιγμή αρχίζουν τα έργα στο δρόμο (κάτι που θα δούμε πολλές φορές τις επόμενες μέρες): διαπλατύνσεις, νέα κομμάτια. Περάσαμε ακόμα και χωματόδρομο κάποιες φορές με λακκούβες και νεροφαγώματα! Τα χιλιόμετρα όμως πολλά. Τούνελ κόβουν δρόμο κάτω από τα βουνά. Αρχίζουν οι στροφές και είναι φανερό ότι κατεβαίνουμε. Πούναι όμως η θάλασσα; Φτάνουμε Σαμψούντα και ακόμα δεν έχουμε δει τον Εύξεινο Πόντο. Τα σχέδια για επίσκεψη στην πόλη της Σαμψούντας αλλάζουν μια που ο ήλιος κοντεύει να δύσει. Επιπλέον ο Χρήστος θα ήθελε να περάσει από Ordu (Κοτύωρα) απ’ όπου κατάγεται ο ένας παππούς! Σε λίγο άξαφνα προβάλει μπροστά μας η Μαύρη Θάλασσα: θάλαττα – θάλαττα αναφωνώ μέσα μου.  Ένα ρίγος διαπερνά ακόμα και μας που δεν έχουμε κάποια σχέση με το μέρος: είναι μεγάλη και σημαντική η ιστορία του τόπου αυτού ειδικά σε σχέση με τον Ελληνισμό. Προσπαθώ να οδηγώ με ασφάλεια και ταυτόχρονα να κοιτάω το τοπίο. Υπάρχουν μέρη βιομηχανικά και μέρη που κάποτε θα ήταν εξοχικές κατοικίες της υψηλής κοινωνίας. Πλησιάζοντας προς Ordu, περνάμε από 1-2 παραλιακές πόλεις όμορφες χτισμένες με αναπτυγμένη την παραλιακή ζώνη τους. Ξαφνικά ο δρόμος αφήνει την παραλία και ανηφορίζει μέσα σε ένα καταπράσινο φαράγγι. Ακολουθεί τούνελ και βγαίνοντας βλέπουμε σύννεφα βαριά να γεμίζουν τον σχεδόν σκοτεινό πλέον ουρανό. Έχει γούστο… λέω μέσα μου. Έχει πέσει αισθητά και η θερμοκρασία και κάποια στιγμή αισθάνομαι ότι άρχισε η βροχή. Σταματάμε δεξιά για αδιάβροχα και συνειδητοποιώ ότι δεν βρέχει, αλλά η χαμηλή νέφωση με ξεγέλασε… Τουλάχιστον βάζουμε τις επενδύσεις στα μπουφάν και θαυμάζουμε, όσο ακόμα φέγγει, το τοπίο. Μετά από λίγα χιλιόμετρα ο δρόμος ξαναπιάνει τα παράλια και ο καιρός γλυκαίνει ξανά.

Ο δρόμος από Σαμψούντα προς Ordu καλός. Πίσω από τα σπίτια είναι η θάλασσα του Πόντου!

Ο δρόμος από Σαμψούντα προς Ordu καλός. Πίσω από τα σπίτια είναι η θάλασσα του Πόντου!

 

 

Φτάνουμε στην Ordu ενώ έχει πέσει το βράδυ και εκτός από το βράδυ έχει πέσει και κούραση… Αντε τώρα να προσανατολιστείς και να πείσεις τους άλλους να πάμε άλλα 180 χλμ!. Θυμάμαι ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το πρώτο κατευναστικό βοήθημα είναι το φαγητό. Το προτείνω και συμφωνούν όλοι. Ρωτάμε  σε ένα βενζινάδικο πού μπορούμε να φάμε και μας στέλνουν σε ένα εστιατόριο που μάλλον χρειαζόταν γραβάτα για να μπεις… Αλλάζουμε κατεύθυνση και ώ του θαύματος βρίσκουμε το κατάλληλο μέρος. Πρέπει όμως να παραγγείλουμε και πάλι έχουμε πρόβλημα συνεννόησης. Τελικά δείχνουμε στον κατάλογο κάτι που μας φαίνεται καλό και πράγματι μετά από λίγο μας έρχονται 4 μεγάλα πεϊνιρλί με διάφορες γεμίσεις. Στο ερώτημά μας για μπύρα μας κοιτάνε μάλλον άγρια και μας προτείνουν «αριάνι» ή αναψυκτικά. Ο Χρήστος συνηθισμένος στο ξυνόγαλα, παίρνει αριάνι. Ενόσω τρώμε παρατηρούμε τις σημαίες που κυματίζουν στους δρόμους και θα μας συντροφέψουν σε όλο το ταξίδι. Πλησιάζουν εκλογές στην Τουρκία και ο προεκλογικός αγώνας θυμίζει πολύ τη δεκαετία του 80 στην Ελλάδα. Κάποια στιγμή περνάνε και αρκετά ημιφορτηγά με κόσμο στην καρότσα κρατώντας και κουνώντας σημαιάκια… Το φαγητό μας κάνει καλό και αποφασίζουμε να παλέψουμε τα 180 χλμ ακόμα που μας χωρίζουν από την Τραπεζούντα ώστε να μη βγούμε εκτός προγράμματος. Ξεκινάμε περασμένες 10.00 μμ. Τη διαδρομή αξίζει να την κάνεις μέρα για να την απολαύσεις. Εμείς βλέπουμε ελάχιστα. Ευτυχώς ο δρόμος είναι αρκετά καλός. Περνάμε μέσα από την Κερασούντα (Giresun) και από άλλες παραλιακές πόλεις. Η κούραση έχει αρχίσει να με καταβάλει, αλλά η αδρεναλίνη του ταξιδιού με κρατάει (την επόμενη μέρα ο Γιάννης – συνεπιβάτης μου – θα παραδεχτεί ότι έκλεινε που και που τα μάτια του).

Τελικά κάποια στιγμή φαίνεται να φτάνουμε στην Τραπεζούντα. Έχουμε κοιτάξει για κάποια ξενοδοχεία, προσπαθούμε να τα βρούμε τόσο με το χάρτη όσο και με το GPS αλλά αυτό αποδεικνύεται ακατόρθωτο. Το μόνο θετικό είναι αυτό που έχουμε ήδη διαπιστώσει: περασμένα μεσάνυχτα και η πόλη δεν κοιμάται. Τελικά βρίσκουμε ένα ξενοδοχείο που έχει δύο δωμάτια ελεύθερα. Δεν είναι άσχημο αλλά μάλλον ακριβό: 70€ το δίκλινο μετά από το απαραίτητο παζάρι… Τέτοια ώρα όμως…

Το ξενοδοχείο που μείναμε στην Τραπεζούντα.

Το ξενοδοχείο που μείναμε στην Τραπεζούντα.

 

Μέρος 1 από 3. Ακολουθούν οι συνέχειες.

Διαβάστε εδώ το 2ο μέρος και το 3ο μέρος.

Κείμενο – φωτογραφίες: Άρης Βαγγελάτος (vagelat@yahoo.gr)