Είναι μια πόλη που βρίσκεται κυρίως στην πλευρά της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Παλαιότερα ονομαζόταν και Νέα Ρώμη ή Επτάλοφος ή Βασιλεύουσα ή και απλώς Πόλη και από τους Τούρκους Ισταμπούλ. Χτίστηκε από το Μέγα Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. και ήταν πρωτεύουσα διαδοχικά του Ρωμαϊκού (330-395), του Βυζαντινού (395 – 1453) και του Τουρκικού (1453 – 1924) κράτους.
Η σημερινή πόλη είναι χωρισμένη σε τρεις ζώνες: την κυρίως Κων/πολη, το Μπέϊογλου και το Σκούταρι. Η κυρίως Κων/πολη περιλαμβάνει συνοικίες που αντιστοιχούν στην αρχαία πρωτεύουσα και διατηρεί τα κυριότερα βυζαντινά και μουσουλμανικά μνημεία.

 

Κωνσταντινούπολη, Ιστορικό περίγραμμα – Μνημεία:
Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν στης 11 Μαΐου 330 μ.Χ.
Από τότε η ιστορία της Κων/πολης ταυτίζεται με την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η πόλη συνεχώς εξελισσόταν και έγινε το σπουδαιότερο κέντρο στο οποίο συγκεντρώνονταν οι καλλιτεχνικές δυνάμεις και από το οποίο εκπορεύονταν τα καλλιτεχνικά ρεύματα.

Μετά το Μ. Κωνσταντίνο
την οικοδομική δραστηριότητα συνέχισαν οι επόμενοι αυτοκράτορες. Ο Κωνστάντιος Β΄ (337-361) τελείωσε τα τείχη και ίδρυσε νέα δημόσια κτίρια, ο Ιουλιανός έφτιαξε δεύτερο λιμάνι και ο Ουάλης (364 – 378) το σωζόμενο μέχρι σήμερα υδραγωγείο. Ο Θεοδόσιος ο Α΄ ίδρυσε το μεγάλο φόρουμ.
Στις αρχές του 5ου αι. ο Θεοδόσιος ο Β΄ ανέγειρε το ισχυρότατο Θεοδοσιανό τείχος, που σώζεται μέχρι σήμερα, και έτσι η πόλη πήρε την οριστική της έκταση.
Επί Ιουστινιανού σημειώθηκε ένα σημαντικό στάδιο στην οικοδομική εξέλιξη. Μετά την πυρκαγιά που ξέσπασε στη στάση του Νίκα άρχισε το μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα. Διευρύνθηκε το Μέγα παλάτιον, χτίστηκε η Αγία Σοφία, ανεγέρθηκαν δημόσια οικοδομήματα, γέφυρες, υδραγωγεία κλπ. Τα επόμενα χρόνια η Κων/πολη αντιμετώπισε νικηφόρα τις επιθέσεις των Αβάρων, των Περσών και των Αράβων.

Επί Μακεδόνων συνεχίστηκε η οικοδομική δραστηριότητα, ενώ επί Κομνηνών εμφανίστηκαν στην Πόλη οι Βενετοί, οι Πιζάτες και οι Γενουάτες, οι οποίοι σιγά σιγά απέκτησαν εμπορικά προνόμια.

Το 1204 η Κων/πολη λεηλατήθηκε από τους Σταυροφόρους της Δ΄ σταυροφορίας και ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας ίδρυσε το Λατινικό βασίλειο της Κωνσταντινούπολης.
Η βυζαντινή αριστοκρατία κατέφυγε στη Νίκαια. Το 1261 ο Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος ανακατέλαβε την πόλη και εγκατέστησε τη δυναστεία των Παλαιολόγων.
Αλλά το κράτος βρισκόταν σε οικονομικό και στρατιωτικό μαρασμό. Το 15ο αι. έζησε την αγωνία του τέλους της.
Στις 6 Απριλίου του 1453 άρχισε η πολιορκία της, ώσπου επήλθε η τελική καταστροφή την Τρίτη 29 Μαΐου του 1453, ύστερα από δραματική πολιορκία. Μετά την κατάληψή της από το Μωάμεθ το Β΄ η πόλη έγινε πρωτεύουσα των σουλτάνων.
Μεγάλο αρχαιολογικό και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το επιβλητικό σύνολο οχύρωσης της πόλης, από τα τελειότερα έργα οχύρωσης μεσαιωνικής πόλης.
Από την ίδρυση μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού σημαντικά μνημεία είναι τα ψηφιδωτά δάπεδα, η βάση του οβελίσκου και η μονή του Στουδίου. Το σπουδαιότερο μνημείο είναι ο ναός της Αγίας Σοφίας. Οι εργασίες για την κατασκευή κράτησαν 5 χρόνια και το έργο κόστισε 150.000.000 σημερινά δολάρια. Οι γενικές διαστάσεις είναι 80,90×70 μ. και ο τρούλος έχει διάμετρο 33 μ. και ύψος 62 μ.
Άλλα μνημεία είναι η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου. Από τον 9ο και 10ο αι. έχουμε ψηφιδωτά στην Αγία Σοφία. Υπάρχουν στην Αγία Σοφία και σε άλλες εκκλησίες ψηφιδωτά και άλλων αιώνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Το ΚΕΝΤΡΟ της ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ
To πιο σημαντικά ιστορικά και τουριστικά πλούτη της πόλης, είναι στο κέντρο της ιστορικής χερσονήσου στις περιοχές Σαράιμπουρνου και Σουλτάν Αχμέτ. Η καρδιά της πόλης, επί Ρωμαϊκής, Βυζαντινής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν πάντα σ’ αυτή την περιοχή, όπου έχουν κτισθεί και τα ανάκτορα των αυτοκρατόρων.Οι μεγαλύτερες εκκλησίες, τα πιο μεγαλοπρεπή τζαμιά και τα πιο μεγάλα μουσεία είναι σ’αυτή την περιοχή.Οι δύο από τους από επτά λόφους της ιστορικής χερσονήσου, είναι σ’ αυτό το κέντρο. Στο ένα λόφο είναι χτισμένο το ανάκτορο Τοπ καπι και στο δεύτερο το τζαμί Σουλτάν Αχμέτ.
Ανάμεσα στους λόφους κτίσθηκαν τα άλλα μνημεία της πόλης. Ο ανοιχτός χορός που ονομάζεται Ιππόδρομος, επί Βυζαντινής και Οθωμανικής εποχής χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο (πλατεία) της πόλης. Χρειάζεται κανείς τουλάχιστον δύο – τρεις μέρες για να ολοκληρώσει μια επίσκεψη σ’ όλα τα μεγάλα μνημεία αυτής της περιοχής, όπως η Αγιά-Σοφιά, το ανάκτορο Τοπ καπι, το τζαμί Σουλτάν Αχμέτ και τα μουσεία, όπου εκτίθενται μεγάλες συλλογές, όπως στο Αρχαιολογικό Μουσείο (από τα μεγαλύτερα του κόσμου), στο Μουσείο Τουρκο-ισλαμικών Τεχνών και στο Μωσαϊκό Μουσείο.

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ – Κωνσταντινούπολης
Ο περίφημος αυτός ναός στην Κωνσταντινούπολη είναι αφιερωμένος στη Σοφία του Θεού. Είναι από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα βυζαντινά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, στενότατα συνδεμένος με την ιστορία του Βυζαντίου, την Ορθοδοξία, τους θρύλους, τις παραδόσεις και τους οραματισμούς του Έθνους μας.
Η Αγιά Σοφιά θεωρείται μοναδική ως προς την τεχνοτροπία, τη λειτουργικότητα και το μεγαλείο της. Δεσπόζει στην «πόλη» και είχε τον μεγαλύτερο τρούλο στον κόσμο – μέχρις ότου ο Μιχαήλ Άγγελος κατασκεύασε τον τρούλο του Αγίου Πέτρου στην Ρώμη.
– Ayasofia Muzesi, Sultanahmet, 02125284500 καθημερινά εκτός Δευτέρας 09.00 – 19.00

Ιστορία του ναού της Αγίας Σοφίας
Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας χτίστηκε από το Μέγα Κωνσταντίνο σε ρυθμό βασιλικής. Τα εγκαίνια αυτού του ναού έγιναν από το γιο του Μ. Κωνσταντίνου το 360 μ.Χ. Κάηκε όμως από το λαό το 404 μ.Χ., επειδή εξορίστηκε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο. Ξαναχτίστηκε από το Θεοδόσιο το Β΄ το 413 – 415 μ.Χ. και ξανακάηκε το 532 στη στάση του Νίκα. Μετά την καταστροφή ξαναχτίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον δεκέμβριο του 537.
Οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος από τις Τράλλεις της Λυδίας της Μ. Ασίας και Ισίδωρος από τη Μίλητο έκαναν το σχέδιο του ναού, για την αποπεράτωση του οποίου εργάστηκαν 10.000 εργάτες για πέντε χρόνια και δέκα μήνες και δαπανήθηκαν στην ανοικοδόμηση και διακόσμησή του πάνω από τριακόσια εξήντα εκατομμύρια χρυσές δραχμές. Τα υλικά ήταν πολύτιμα και μεταφέρθηκαν από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. Το μεγαλόπρεπο σχέδιο, το πλήθος των έγχρωμων μαρμάρων, τα μωσαϊκά με χρυσό ή βαθύ μπλε έδαφος, οι εικόνες, ο χρυσός, ο άργυρος και οι πολύτιμοι λίθοι προκαλούσαν και προκαλούν ακόμα το θαυμασμό και την έκσταση του επισκέπτη. Ο ναός άρχισε να χτίζεται στις 23 Φεβρουαρίου του 532 και τελείωσε στις 27 Δεκεμβρίου του 537.
Την ημέρα των εγκαινίων τέσσερα περήφανα και στολισμένα άλογα έσερναν το άρμα που οδηγούσε τον αυτοκράτορα στη νέα εκκλησία. Πλήθος κόσμου παρακολουθούσε την πομπή.
Στην είσοδο υποδέχτηκε τον αυτοκράτορα ο πατριάρχης. Περνώντας τη Βασίλειο Πύλη και κάτω από τον τρούλο, ο Ιουστινιανός σε μια έκρηξη ενθουσιασμού και συγκίνησης αναφώνησε:
“Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσας. Νενίκηκά σε, Σολομών”.
Είκοσι χρόνια αργότερα δυνατός σεισμός κατέστρεψε το θόλο και μέρος του ναού από την ανατολική πλευρά, αλλά ο Ισίδωρος, ανιψιός του άλλου Ισίδωρου, ξανάχτισε τα μέρη που έπεσαν και φρόντισε για τη στερέωση του ναού.
Αργότερα ο ναός έπαθε μερικές αλλοιώσεις και προσθήκες, χωρίς να χαλάσει η γενική εντύπωσή του. Όλα τα μεγάλα γεγονότα της Πόλης τελούνταν στην Αγία Σοφία, όπως οι στέψεις και οι γάμοι των αυτοκρατόρων, η ανακήρυξη των πατριαρχών, οι σύνοδοι, δοξολογίες κλπ. Εκεί έγινε και η τελευταία λειτουργία, πριν από την άλωση, το 1453 και δημιουργήθηκε ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά.
Στο διάστημα της φραγκοκρατίας ο ναός είχε μετατραπεί σε λατινική εκκλησία. Μετά την άλωση και μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν τζαμί. Σήμερα είναι μουσείο.

Αρχιτεκτονική της Αγίας Σοφίας
Ο ναός της Αγίας Σοφίας έχει ρυθμό βασιλικής με τρούλο. Αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: το αίθριο, τους δύο νάρθηκες και τον κύριο ναό. Το αίθριο είναι αυλή, στα δυτικά του ναού, ορθογώνια με κολόνες γύρω γύρω και με βρύση στο κέντρο που έφερε την περίφημη επιγραφή: “ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ”, που διαβαζόταν αριστερόστροφα και δεξιόστροφα. Σήμερα η επιγραφή δε σώζεται.
Από το αίθριο πέντε πόρτες φέρνουν στον εξωνάρθηκα και από εκεί άλλες πέντε οδηγούν στον εσωνάρθηκα, που είναι διπλάσιος του εξωνάρθηκα. Στον εσωνάρθηκα υπάρχει σκάλα για το γυναικωνίτη. Από τον εσωνάρθηκα εννέα πόρτες οδηγούν στον κύριο ναό, από τις οποίες οι τρεις μεσαίες ονομάζονται βασιλικές.
Ο ναός χωρίζεται σε τρία μέρη, τα κλίτη, με τέσσερις μεγάλους πεσσούς, που συνδέονται μεταξύ τους με τόξα, πάνω στα οποία στηρίζεται ο τρούλος. Τέσσερις μικρότεροι πεσσοί, από δύο στην ανατολική και δυτική πλευρά, μαζί με τους τέσσερις κεντρικούς πεσσούς, σχηματίζουν κόγχες, που καλύπτονται με ημιθόλια. Στο κενό ανάμεσα στους πεσσούς τοποθετήθηκαν κολόνες σε δύο σειρές, που συνδέονται μεταξύ τους με πλούσια διακοσμημένα τόξα.
Οι κάτω κιονοστοιχίες ανάμεσα στους μεγάλους πεσσούς έχουν από τέσσερις κολόνες, ενώ κάθε κόγχη από δύο. Η πάνω σειρά από κολόνες χωρίζει τα υπερώα από το κεντρικό κλίτος.
Εδώ έχουμε περισσότερες κολόνες. Στην ανατολική πλευρά και ανάμεσα στους μικρούς πεσσούς στο μέσο του ανατολικού ημιθόλιου ανοίγεται η αψίδα του ιερού βήματος, ημικυκλική εσωτερικά και ημιεξαγωνική εξωτερικά. Ο θόλος υψώνεται στο κέντρο του τεράστιου χώρου γραμμένος σε τετράγωνο, που σχηματίζεται από τους τέσσερις μεγάλους πεσσούς, που συνδέονται μεταξύ τους σε ισάριθμα πελώρια τόξα, που μαζί με τα σφαιρικά τρίγωνα υποβαστάζουν τη στεφάνη του. Οι πεσσοί είναι τα κύρια στηρίγματα του θόλου και για να γίνουν πολύ ισχυρά χρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι λαξευτοί λίθοι δεμένοι μεταξύ τους με σιδερένιους συνδέσμους και με χυτό μολύβι.
Για το θόλο πάλι χρησιμοποιήθηκαν ειδικά υλικά, όπως ελαφριές πέτρες και σπογγόλιθοι της Ρόδου. Για να στερεοποιηθεί το σχεδόν ημισφαίριο του θόλου χώρισαν το κοίλο σε σαράντα ραβδώσεις (βεργία), που καθένα έχει από ένα τοξωτό παράθυρο. Εξωτερικά ο θόλος ασφαλίζεται με μικρούς πεσσούς, που είναι χτισμένοι ανάμεσα στα παράθυρα. Από αυτά τα παράθυρα το φως που διαχέεται σ’ όλο το ναό είναι τόσο πολύ, ώστε να νομίζει κανείς πως έχει πάνω από το κεφάλι του τον ακτινοβόλο ήλιο του ουρανού και πως ο θόλος αιωρείται σαν να είναι κρεμασμένος από τον ουρανό.

Εξωτερική μορφή της Αγίας Σοφίας
Το κτίριο χωρίς τα προσκτίσματα και μεμονωμένο εξωτερικά φαίνεται σαν ολοκληρωμένος και με αρκετά παράθυρα ζωντανεμένος κυβικός όγκος, που με τη βοήθεια των ημιθολίων υψώνεται όλο και πιο λεπτός και τελειώνει αρμονικά στον τρούλο. Στην ανατολική και δυτική πλευρά του κύβου ακουμπάει από ένα μεγάλο ημιθόλιο, στη βόρεια και νότια πλευρά υπάρχει από ένα μεγάλο τοξωτό άνοιγμα πλαισιούμενο από δύο μεγάλους πύργους, που υψώνονται κατακόρυφα ως τη βάση του τρούλου. Χαμηλότερα από τα τόξα και τα ημιθόλια αρχίζει να κυμαίνεται μια θάλασσα από θολίσκους, καμπύλες στέγες, τοξωτά πολύλοβα παράθυρα, προσκτίσματα, αντερίσματα και τους τέσσερις οξύφωνους μιναρέδες στις γωνίες, που όλα μαζί ενοποιούνται σε ένα αρμονικό και γραφικό σύμπλεγμα, πολύφωνο και φαντασμαγορικό.

ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
Η Αγία Σοφία, επί βυζαντινής εποχής εθεωρείτο το μεγαλύτερο και το πιο ιερό κτίριο της πόλης. Σήμερα είναι μουσείο, που επισκέπτεται από ντόπιους και ξένους επισκέπτες σαν ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα της αρχαιότητας. Η Αγία Σοφία είναι ένα Ρωμαϊκό μνημείο.
Από την ανέγερση της εκκλησίας μέχρι την κατάρρευση του Βυζαντίου, μέσα σε 800 χρόνια που πέρασαν, δεν κατορθωθεί να κτισθεί παρόμοιο μνημείο, παρόλο που είχαν εξελιχθεί τα τεχνικά μέσα. Από το 548 που εγκαινιασθεί μέχρι την άλωση της πόλης από τους Τούρκους, επί 905 χρόνια χρησιμοποιήθηκε σαν εκκλησία και μετά την άλωση μέχρι το 1934 επί 481 χρόνια χρησιμοποιήθηκε σαν τζαμί.
Η Αγία Σοφία κατέχει μεγάλη σημασία στην ιστορία της αρχιτεκτονικής σαν το πρώτο τετράγωνο οικοδόμημα στον κόσμο που σκεπάσθηκε με έναν τόσο μεγάλο τρούλο και με δύο αψίδες. Αυτή η τέχνη ονομάζεται “Βασιλική μετά τρούλου”.
Είναι η τέταρτη κατά σειρά μεγάλη εκκλησία στον κόσμο με το κλειστό χώρο που κατέχει, μετά τον Άγιο Παύλο στο Λονδίνο, τον Άγιο Πέτρο στη Ρώμη και το Ντομ στο Μιλάνο. Ας μην ξεχάσουμε όμως ότι, το πιο παλιό κτίριο απ’ αυτά έχει κτισθεί 1.000 χρόνια μετά από την Αγία Σοφία.
Στον χριστιανισμό η περιγραφή “Αγία Σοφία είναι ένα από τα τρία επίθετα που αφιερώνεται στον θεό. Τα τρία επίθετα είναι η Αγία Σοφία, η Αγία Ειρήνη και η Αγία Δύναμης. Και αυτή η εκκλησία είναι αφιερωμένη στην Αγία Σοφία δηλαδή στη Σοφία του θεού.

Ιστορία: Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος (306-337) το 325 έκτισε μια ξύλινη εκκλησία στη θέση της σημερινής Αγίας Σοφίας, και την ονόμασε “Μεγάλη Εκκλησία”.
Στα μετέπειτα χρόνια ονομάσθηκε Αγία Σοφία.
Η πρώτη Αγία Σοφία (του Κων/νου) πρώτη φορά καταστράφηκε από τους οπαδούς του Αρείου μετά την Β! Οικουμενική Σύνοδο που συνεκλήθη εδώ το 381 επί Θεοδοσίου Α! του Μέγα και καταδικασθεί ο Αρειανισμός.
Στις 20 Ιουνίου 404 επί του Αρκαδίου κάηκε για δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια μιας στάσης που έγινε λόγω της εξορίας του πατριάρχη Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Μεταξύ των ετών 408-415 στην ίδια θέση κτίσθηκε μια άλλη πιο μεγάλη και σταθερή εκκλησία από τον αρχιτέκτονα Ρουφφίνο επί Θεοδοσίου Β! (408-450) και τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 10 Οκτωβρίου 415.
Κάηκε και καταστράφηκε τελείως και αυτή η εκκλησία κατά την Στάση του Νίκα που έγινε στον Ιππόδρομο. Μετά την Στάση του Νίκα ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565) μεταξύ του 532-548 έκτισε την σημερινή εκκλησία. Την ευθύνη για την ανέγερση έδωσε στους δυο διάσημους αρχιτέκτονες της Ανατολίας στον μαθηματικό Ανθέμιο από τις Τράλλεις (σημερινή πόλη Άιδην) και στον Ισίδωρο από την Μίλητο. Οι δύο μεγαλοφυή αρχιτέκτονες σχεδίασαν την εκκλησία μέσα σε τέσσερις μήνες και άρχισαν τις εργασίες το 532. Η εργασίες διήρκησαν 16 χρόνια και 4 μήνες και τα εγκαίνια έγιναν το 548. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, ήθελε να γίνει το θαυμασιότερο οικοδόμημα που δημιουργήθηκε ποτέ και μ’ αυτό σκόπευε να ξεπεράσει το τέμενος του προφήτη Σολόμωντος στην Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν μπήκε στη βασιλική μετά από μια θριαμβευτική πορεία, ανέκραξε: “Δόξα τω θεώ, τω καταξιώσαντί με τελέσαι το τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών». Στην περίοδο της εικονομαχίας που άρχισε το 726, μαζί με τις άλλες εκκλησίες της πόλης και στην Αγία Σοφία καταστράφηκαν τα ψηφιδωτά των ιερών προσώπων και οι αγιογραφίες αντικατεστάθησαν με σταυρούς. Το 843 με την αναστήλωση των εικόνων ξανάρχισε η διακόσμηση των εκκλησιών με αγιογραφίες και ψηφιδωτές εικόνες, ενώ η Αγία Σοφία στολίσθηκε κυρίως με ψηφιδωτές εικόνες που παρήγγελναν οι αυτοκράτορες.
Στις 12 Απριλίου του 1204 κατά την Δ! Σταυροφορία οι θησαυροί της Αγίας Σοφίας λεηλατήθηκαν από τους Λατίνους οι οποίοι κατέλαβαν την πόλη επί 57 χρόνια.Τα χρυσόχρωμα ψηφιδωτά, κατά πλείστον καταστράφηκαν. Σ’ αυτή την περίοδο η Εκκλησία χρησιμοποιήθηκε σαν καθεδρικός ναό. Οι Λατίνοι το 1261 έφυγαν και η Αγία Σοφία ξανάρχισε να χρησιμοποιείται σαν ορθόδοξη εκκλησία.Στην περίοδο της παρακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τον 14ο και 15ο αι., η Αγία Σοφία παραμελήθηκε πολύ και λόγω των σεισμών έπαθε μεγάλες ζημιές. Γι’ αυτό μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους, στην ιστορία της Αγίας Σοφίας αρχίζει μια νέα περίοδος.
Μετά την πόρθηση της πόλης ο σουλτάνος Μεχμέτ Β! ο Πορθητής (1451-1481) την μεγάλη προσευχή (ναμάζ) της Παρασκευής την 1η Ιουνίου 1453 τέλεσε στην Αγία Σοφία και χορήγησε αρκετά λεφτά για την ανακαίνιση και μετατροπή της σε τζαμί.
Οι σουλτάνοι έκαναν πολλές δωρεές για να το πλουτίσουν.
Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν (1520-1566) πρόσφερε δύο πολυκάνδηλα που είναι δίπλα στο μιχράμπ. ο σουλτάνος Αχμέτ Γ: 1703-1730) έδωσε στο σουλτανικό θεωρείο τη σημερινή μορφή του και κρέμασε το πολυκάνδηλο κάτω από το μεγάλο τρούλο.
Τον 15ο αι. χτίστηκε ο δεύτερος μιναρές επί του σουλτάνου Μπαγιεζήτ Β! (1481-1512) και τον 16ο αι. κτίσθηκαν οι δυο τελευταίες μιναρέδες, από τον αρχιτέκτονα Σινάν, επί του σουλτάνου Σελήμ Β (1566-1574). Ο αρχιτέκτονας Μέγας Σινάν έκτισε και τα στηρίγματα. Στην Οθωμανική εποχή η πιο μεγάλη ανακαίνιση της Αγίας Σοφίας ‘έγινε στα χρόνια 1847-1849 από τα αδέλφια Gaspare & Guiseppe Fossati από την Ελβετία. Και στις 24 Οκτωβρίου 1934 με την απαίτηση του Αττατούρκ, η Αγία Σοφία την 1η Φεβρουαρίου 1935 εγκαινιάσθηκε ως «Μουσείο Αγιάς Σοφίας».Το Αρχιτεκτονικό Σχέδιο και oι Διαστάσεις: Η Αγία Σοφία είναι το πρώτο κτίριο που ανηγέρθη με το αρχιτεκτονικό σχέδιο “Βασιλική με τρία κλίτη”. Εξ’ ίσου είναι το πρώτο κτίριο που στην ιστορία της αρχιτεκτονικής χρησιμοποιήθηκαν πρώτη φορά σφαιρικά τρίγωνα που συγκρατούν τον τρούλο και είναι διακοσμημένα με εξαπτέρυγα Χερουβείμ του 14ου αιώνα. Ο τρούλος με 55,6 μ ύψος είναι ένας από τους 5 ψηλούς τρούλους όχι μόνον της Τουρκίας αλλά όλου του κόσμου.
Γιερεμπατάν Σαρνιτζί (Βασιλική Δεξαμενή)
Είναι η μεγαλύτερη δεξαμενή από τις 60 που χτίστηκαν επί βυζαντινής εποχής και η είσοδος της είναι απέναντι από το Μουσείο Αγίας Σοφίας. Μέσα στα τείχη της πόλης επειδή δεν υπήρχε πόσιμο νερό, από εκατοντάδες χρόνια για τις ανάγκες του κοινού, μεταφέρθηκε από τις πηγές των “Δασών Βελιγραδίου”, 25 χλμ. μακριά από την πόλη.
Σε καιρούς πολέμου ή πολιορκίας επειδή καταστρεφόταν τα υδραγωγεία από τους εχθρούς ή επειδή έριχναν δηλητήριο στα νερά, γι’ αυτό σε καιρούς ειρήνης το νερό μαζευόταν σε δεξαμενές. Την Βασιλική Δεξαμενή υδροδοτούσε το υδραγωγείο του Ουάλεντος.Ανεγέρθη το 532 μέσα σε μερικές μήνες και χρησιμοποιήθηκε μέχρι τον 16ο αι.
Επί Οθωμανικής εποχής όμως δεν χρησιμοποιήθηκε. Αποκαταστάθηκε τον 19ο αιώνα. Οι κίονες που χρησιμοποιήθηκαν στην ανέγερση της δεξαμενής είναι μαζεμένες από διάφορα ρωμαϊκά μνημεία. Έχει ανεγερθεί πάνω σε έκταση περίπου 10.000 τετρ. μέτρων με χωρητικότητα 80.000 κυβ. μέτρων και αποτελείται από 336 κίονες με 8 μ. ύψος από 12 κίονες πλάγια και 28 κίονες προς το βάθος ανά κάθε 4 μέτρα. Η καταπληκτική εμφάνιση της μοιάζει δάσος από κίονες. Έχει μήκος 143 μ. και πλάτος 65 μ. Οι τοίχοι της δεξαμενής έχουν 4,8 μ. πάχος. Τα 98 από τα κιονόκρανα είναι κορινθιακού ρυθμού.
Οι εργασίες αποκατάστασης τελείωσαν το 1987 και ξανάνοιξε στην επίσκεψη των τουριστών.
Σήμερα μπορείτε να κάνετε περίπατο μέσα, ενώ παλιά πηγαίνατε με λέμβος. Η κλασική μουσική και ο ειδικός φωτισμός του χώρου, ολοκληρώνουν την μυστικιστική ατμόσφαιρα της δεξαμενής. Στο βάθος δύο κρηπίδες, κεφαλή Μέδουσας τοποθετήθηκαν η μια στραβά και η άλλη ανάποδα.

Το ΣΟΥΛΤΑΝ ΑΧΜΕΤ ΤΖΑΜΙ ή Μπλε Τζαμί
Είναι το μεγαλοπρεπέστατο τζαμί της Ιστάνμπουλ και έχει ανεγερθεί επί του σουλτάνου Αχμέτ Α! (1603-1617). Κτίσθηκε από τον αρχιτέκτονα Μεχμέτ Αγά, μαθητή του αρχιτέκτονα Σινάν, μέσα σε 7 χρόνια μεταξύ των ετών 1609-1616. Το τζαμί ανεγέρθη μαζί με “κιουλλιγιέ” (συγκρότημα θρησκευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων) -ως συνήθως στα περισσότερα τζαμιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- που περιλαμβάνει ένα μεδρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), ένα ιμαρέτ (καταφύγιο για τους φτωχούς – φτωχοκομείο), ένα ντάρους-σιφά (νοσοκομείο), ένα σχολείο, ένα καραβανσεράι, ένα τουρμπέ (μαυσωλείο σουλτάνου), ένα σεμπήλ (μνημειώδης κρήνη για το κοινό) και ένα αράστα (αγορά με ομοειδή καταστήματα). Το τζαμί Σουλτάν Αχμέτ είναι το κορύφωμα αλλά και η αρχή της παρακμής της Οθωμανικής θρησκευτικής αρχιτεκτονικής. Γιατί μετά απ’ αυτό το τζαμί δεν κατορθώθη η ανέγερση ενός ομοίου τζαμιού ούτε στο μέγεθος ούτε στη διακόσμηση. Ο Αχμέτ Α! ενθρονίστηκε 13ων χρονών και μετά από 14 χρόνια πέθανε σε ηλικία 28 ετών, μερικές εβδομάδες μετά τα εγκαίνια του τζαμιού, πιθανόν από καρκίνο. Το 1620 ενταφιάσθηκε στο μαυσωλείο που εκτίσθη μετά τον θάνατον του κοντά στο συγκρότημα του τζαμιού. Ο αρχιτέκτονας του τζαμιού ο Σεδεφκιάρ Μεχμέτ Αγά, τότε που ήταν στο στρατό Γενιτσάρων, λόγω των ικανοτήτων στην αρχιτεκτονική, ανεδείχθη πρώτα σαν διοικητής των οικοδομών και μετά σαν αρχιτέκτονας. Τότε ανέλαβε την αποκατάσταση της Κάαβα στη Μέκκα. Ο σουλτάνος φρόντισε όσο για την εκλογή της τοποθεσίας του τζαμιού τόσο και για τα δομικά υλικά. Τα 21.043 τσινιά (φαγεντιανά) που χρησιμοποιήθηκαν στο διάκοσμο του τζαμιού, κατασκευάστηκαν στις ανακτορικές βιοτεχνίες της Νίκαιας, τα χειροποίητα χαλιά (είναι στο μουσείο) υφάνθηκαν στα εργαστήρια του ανακτόρου και τα κρύσταλλα αγοράστηκαν από την Ευρώπη. Οι διαστάσεις της ορθογώνιας αυλής και του κυρίως τζαμιού είναι σχεδόν ίδιες και είναι 64 επί 72 μέτρα.
Η εξωτερική αυλή έχει 5 πύλες. Απ’ αυτές στην κύρια πύλη που βλέπει προς τον Ιππόδρομο, υπάρχει μια κρεμασμένη αλυσίδα. Σύμφωνα με την παράδοση, η αλυσίδα ήταν για το άλογο του σουλτάνου ο οποίος εδώ! κατέβαινε από το άλογο του και πήγαινε περπατώντας στο τζαμί. Η εσωτερική αυλή έχει τρεις πύλες με σταλακτίτες Σελτσούκικης τέχνης. Προς τα βόρεια της εσωτερικής αυλής ύπαρχο σειρά από βρύσες για την καθαριότητα των προσκυνητών πριν της προσευχής.
Στη μέση εσωτερικής αυλής υπάρχει ένα εξάγωνο σιντριβάνι με έξι κίονες. Το περιστύλιο αποτελείται από 26 κίονες και 30 θολίσκους. πρώτη φορά εκτίσθη “κιόσκι σουλτάνου” στα του τζαμιού, όπου ο σουλτάνος μπορούσε, ν’ ανέβει έφιππος.
Είναι το μοναδικό τζαμί με μιναρέδες. Οι τέσσερις εξ’ αυτών έχουν από τρία μπαλκόνια (σερεφέ) και οι δύο από δύο μπαλκόνια, συνολικά είναι 16 μπαλκόνια. Σύμφωνα με έναν θρύλο ο σουλτάνος Αχμέτ Α! ζήτησε από τον αρχιτέκτονα Σεδεφκιάρ Μεχμέτ Αγά να κτίσει το τζαμί με μιναρέδες από χρυσό (αλτίν). Αλλά ο αρχιτέκτονας έκανε το πονηρό και δήθεν το κατάλαβε λάθος, το έκτισε με έξι (αλτί) μιναρέδες, (στα τουρκικά το χρυσό λέγεται αλτίν ενώ το έξι είναι το αλτί). Σύμφωνα με έναν άλλο θρύλο, επειδή υπήρχε άλλο τζαμί με έξι μιναρέδες στη Μέκκα κοντά στη Κάαβα, ο σουλτάνος για να δείξει μετριοφροσύνη, διέταξε να προσθέσουν έβδομο μιναρέ στο τζαμί της Μέκκας.
Γι’ αυτό το τζαμί Σουλτάν Αχμέτ είναι το δεύτερο τζαμί ως προς τον αριθμό μιναρέδων. Το σχέδιο του τζαμιού είναι το ίδιο με το Σεχζαντέ Τζαμί, έργο του αρχιτέκτονα Σινάν, δηλαδή ημισφαιρικό θόλο που πλαισιώνεται από τέσσερις θολίσκους. Σχεδόν τετράγωνο το κυρίως τζαμί έχει διαστάσεις 51 επί 53 μέτρα. Ανηγέρθη με βάση τον τύπο των μεγάλων τζαμιών του 16ου αιώνα. Η εσωτερική διακόσμηση επισκιάζει τα άλλα τζαμιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα φαγεντιανά από την Νίκαια,
Είναι πιο πολύ στο μπλε χρώμα.
Γι’ αυτό κι’ όλας είναι φημισμένο σ’ όλο τον κόσμο ως “Μπλε τζαμί”, επειδή μέσα επικρατεί το μπλε χρώμα.
Αν εξετασθεί η εξέλιξη της τέχνης στον Μεσαίωνα, θα παρατηρηθεί ότι μεταξύ τέχνης και θρησκείας υπάρχει πολύ στενή σχέση. Εξελίχθηκαν μόνον οι τέχνες που υποστήριζαν τα θρησκευτικά ιδρύματα. Διότι οι οικονομικές πηγές που χρειάζονταν οι τέχνες, στον ισλαμικό και στον χριστιανικό κόσμο τις είχαν τα θρησκευτικά ιδρύματα.
Στον χριστιανικό κόσμο εξελίχθηκαν η ζωγραφική, η γλυπτική και η μουσική διότι η εκκλησία χρηματοδοτούσε μόνον αυτές τις τέχνες. Ενώ ο ισλαμισμός επειδή απαγορεύει την απεικόνιση προσώπων και επειδή δεν παίζεται μουσική κατά την προσευχή, γι’ αυτό εξελίχθηκαν οι τέχνες όπως η καλλιγραφία, κατασκευή των βιτρώ, λάξευμα των λίθων και ξύλων και κατασκευή των τσινιών (φαγιαντινών). Εξ’ άλλου εξελίχθηκε η υφαντουργία χαλιών επειδή η προσευχή στον ισλαμισμό γίνεται στο πάτωμα. Η κατασκευή ταινιών είναι μια τουρκική τέχνη που εξελίχθηκε από τον 12ο αιώνα. Όπως στα χαλιά, έτσι και στα τσινιά, κάθε περιοχή έχει δημιουργήσει τα ιδικά χρώματα και σχέδια της.
Η πιο φημισμένες πόλεις στα τσινιά είναι η Νίκαια και η Κιουτάχεια. Στα τσινιά του Μπλε Τζαμιού χρησιμοποιήθηκαν τα εξής σχέδια: Κλαδιά, φύλλα, βλαστάρια, μπουμπούκια, τουλίπες, τριαντάφυλλα, υάκινθο, γαρύφαλλα, ροϊδολούλουδα και τσαμπί σταφυλιού. Το κτίριο από εξωτερική άποψη έχει μια κομψότητα. Ο ημισφαιρικός τρούλος και οι θολίσκοι που τον πλαισιώνουν, δημιουργούν μια αρμονία, η οποία δίνει στον άνθρωπο την αίσθηση ανάτασης.
Τα 5 σειρές παράθυρα με βιτρώ στη πλευρά που βλέπει προς την Κάαβα βοηθούν τον φωτισμό του τζαμιού και κυρίως την εμφάνιση της ομορφιάς των τσινιών. Σ’ όλο το τζαμί συνολικά υπάρχουν 260 παράθυρα. Τα βενετσιανά τζάμια που χρησιμοποιήθηκαν στο τζαμί, σήμερα δυστυχώς δεν σώζονται.
Ο τρούλος έχει ύψος 43 μ. και διάμετρο 23,5 μέτρα. Ο κεντρικός θόλος έχει τέσσερις θολίσκους και στηρίζεται σε πελώριους κίονες με 5 μέτρα διάμετρο που λέγονται πόδια του ελέφαντα. Στις δύο κίονες που είναι κοντά στις εισόδους υπάρχουν και βρύσες Υ«Χ την καθαριότητα (κρήνες καθαρμών). Το π έχει ένα κομμάτι από μαύρη πέτρα της Δίπλα στο μιχράμπ είναι ο μινμπέρ (άμβωνας). Απ’ αυτό το μινμπέρ ανακοινώθηκε η διάλυση του σώματος των Γενιτσάρων. Εκεί δίπλα πάλι μπροστά είναι το θεωρείο του μουεζήν που είναι το ομοίωμα του θεωρείου της Μέκκας. Προς τα αριστερά από το μιχράμπ ψηλά είναι το θεωρείο του σουλτάνου. Οι παλιές επιγραφές (αραβικές καλλιγραφίες) που στολίζουν τον κεντρικό θόλο, τους θολίσκους και, τους κίονες, είναι έργο του Σεγήδ Κασήμ Μπουμπαρί από το Ντιγιάρμπακιρ και είναι διάφορα στάδια (σούρε) του Κορανίου και προφητικοί λόγοι (χαδίς) του Μουχαμμέδ (Μωάμεθ). Ο μιχράμπ, ο μινμπέρ, το θεωρείο του σουλτάνου και γύρω-γύρω τα παράθυρα είναι από λευκό μάρμαρο του νησιού Μαρμαρά και από μικρές κίτρινες μαύρες πέτρες που είναι δουλεμένοι με λεπτότητα χρυσοχόου. Στα παραθυρόφυλλα και στις πόρτες παρατηρούμε την τουρκική τέχνη του σεντεφιού. Πρόσφατα έχουν αλλάξει τα χειροποίητα χαλιά του τζαμιού που ήταν του 17ου και 18ου αι. και εκτίθενται στο Μουσείο Χαλιών. Στα ΒΑ του τζαμιού, είναι το μαυσωλείο του σουλτάνου Αχμέτ Α! που εκτίσθη από τον γιο του Οσμάν Β! όπου κοιμούνται και οι γιοι του ο Οσμάν Β! και Μουράτ Δ!.

ΑΝΑΚΤΟΡΟ TOPKAPI
Αναμφίβολα το ανάκτορο Τόπ καπι είναι το πιο σημαντικό αρχαιολογικό έργο στην Ιστάνμπουλ, το οποίο επί 400 χρόνια έγινε κέντρο διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μιας από τις τρεις μεγάλες αυτοκρατορίες του κόσμου. Το ανάκτορο, με τους επισκέπτες άνω των τριών εκατομμυρίων ετησίως, στη Τουρκία κατέχει την πρώτη σειρά, και στην Ευρώπη την δεύτερη σειρά μεταξύ των μουσείων.
Μετά την άλωση της Ιστάνμπουλ το 1453 από τους Τούρκους, ο σουλτάνος Μεχμέτ ο Πορθητής για μικρό χρονικό διάστημα κατοίκησε στο ανάκτορο κοντά στο Καπαλί Τσαρσί στη πλατεία Μπαγιεζήτ (στο σημερινό Πανεπιστήμιο της Ιστάνμπουλ). Μετά το 1465 άρχισε η ανέγερση των κτιρίων του ανακτόρου Τοπ καπι, πάνω στα υπολείμματα της ρωμαϊκής πόλης. Στα μετέπειτα χρόνια ο κάθε σουλτάνος, σύμφωνα με τις ανάγκες, έκτισε κάτι στο συγκρότημα κτιρίων. Γι’ αυτό το ανάκτορο δεν είναι ενιαίο κτίριο’ αλλά ένα συγκρότημα αποτελούμενο από πολλά κτίρια.
Το κύριο όνομα του ανακτόρου είναι “Σαρ Τζεντιντέ- ι Αμιρέ” (Νέο Κρατικό Παλάτι), ενώ| με τον σουλτάνο Αχμέτ Γ! τον 18ο αι. άρχισε’ ονομάζεται “Τοπ καπι” (Πύλη του Κανονιού), λόγω των δύο κανονιών που βρισκόταν και ι τις δύο πλευρές της πύλης. Το ανάκτορο είναι περικυκλωμένο με τείχη μήκους 5 χλμ και είναι κτισμένο σε έκταση 700.000 τετρ. μ. που ισοδυναμεί με διπλάσιο Βατικανό και μισό Μονακό. Συνολικά υπάρχουν 28 πύργοι και 3 πύλες στα τείχη της θαλάσσης και 4 πύλες στα τείχη της ξηράς. Το 1856 ο σουλτάνος μετακόμισε στο ανάκτορο Ντολμά-μπαχτσέ.
Στο Τοπ Καπι άρχισαν πια να μένουν οι οικογένειες των τέως σουλτάνων. Στις πλούσιες συλλογές του Μουσείου Τοπ καπι υπάρχουν 65.000 κομμάτια αντικείμενα και κατέχει την τρίτη σειρά στον κόσμο μετά από την δυναστεία Χάμπσμπουργκ της Αυστρίας και την οικογένεια των τσάρων της Ρωσίας.
Τα περισσότερα κτίρια του ανακτόρου είναι του 16ου και 17ου αι. γιατί τα περισσά παλιά κτίρια έχουν καταστραφεί τελείως, αποτέλεσμα πυρκαΐών και σεισμών. Γι’ αυτό στα ανάκτορο μπορούμε να παρατηρήσουμε την αρχιτεκτονική διαφόρων αιώνων από τον 15ο ει 19ο αι.
Το αρχιτεκτονικό σχέδιο του ανακτόρου Τόπκαπι που αποτελείται από το Ενντερούν (όπου ζούσε ο σουλτάνος και η οικογένεια του) και το Μπιρούν (όπου οι υπάλληλοι ασχολούνταν με τις κρατικές υποθέσεις), και δεν μοιάζει καθόλου με τα κλασικά αρχιτεκτονικά σχέδια των ευρωπαϊκών ανακτόρων. Γενικά τα ευρωπαϊκά ανάκτορα είναι ενιαία κτίσματα με πολλά δωμάτια και σαλόνια, και με μεγάλες αυλές μπροστά και πίσω. Ενώ οι Τούρκοι επειδή πλανούνταν επί αιώνες στις στέπες της κεντρικής Ασίας, το ανάκτορο έκτισαν σύμφωνα με την ίδια νοοτροπία, δηλαδή στο κέντρο ένας μεγάλος χώρος και γύρω-γύρω τα κτίσματα.

Προχωρώντας προς τα πίσω της Αγίας Σοφίας, φθάνουμε στην κυρία είσοδο του ανακτόρου Τόπκαπι που ονομάζεται Μπάμπ-ι Χιουμαγιούν (Σουλτανική Πύλη). Μπροστά στην Πύλη δεξιά είναι η κρήνη του σουλτάνου Αχμέτ Γ! που την έκτισε το 1728 ως σεμπήλ (μνημειώδης κρήνη για το κοινό). Είναι από τις ωραιότερες κρήνες με 5 θολίσκους και με λεπτοδουλεμένες διακοσμήσεις, με τις οποίες γέμισαν οι Τούρκοι την πόλη, δίνοντας της αμίμητη χάρη. Μόλις περνάμε από το Μπάμπ-ι Χιουμαγιούν, που το έκτισε ο σουλτάνος Μεχμέτ Β! ο Πορθητής το 1478, μπαίνουμε στη “πρώτη αυλή” του ανακτόρου. Προς τα αριστερά είναι η εκκλησία Αγία Ειρήνη το οθωμανικό νομισματοκοπείο και λίγο προ πίσω τα Αρχαιολογικά Μουσεία της Ιστάνμπουλ (ένα από τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά μουσεία του κόσμου).
Καθώς περπατάμε προς την δεύτερη πύλη Μπάμπ-ους Σελάμ (Πύλη του Χαιρετισμού) μας είναι τα περίπτερα για εισιτήρια. Η δεύτερη πύλη αναφέρεται και ως Ορτά Καπί (Μεσαία Πύλη) και ανεγέρθη επί του σουλτάνου Μεχμέτ του Πορθητή. Ο αριστερός πύργος της μεσαίας πύλης, επί οθωμανικής εποχής χρησιμοποιήθηκε σαν φυλακές για τους ανώτερους κρατικούς υπαλλήλους. Μόλις περνάμε την πόρτα του Μπάμπ-ους Σελάμ, από σφυρήλατο σίδερο που κατασκευάσθηκε το 1524, μπροστά μας είναι δεύτερη αυλή του ανακτόρου με 130 μ. πλάτος και 160 μ. μήκος, περίπου 21 στρέμματα στολισμένη με αιωνόβια πλατάνια και κυπαρί.

Αντωνόπουλος Ηλίας – Αντέλι
Ταξιδιωτικός Αρθρογράφος – Φωτογράφος – Ερευνητής πεδίου.